Έρχεται ο νέος γύρος αξιολογήσεων για την ελληνική οικονομία το 2026

Έρχεται ο νέος γύρος αξιολογήσεων για την ελληνική οικονομία το 2026

Με «όπλα» το πρωτογενές πλεόνασμα του φετινού προϋπολογισμού, τις πρόωρες αποπληρωμές χρέους και την ανθεκτικότητα της οικονομίας απέναντι στις πιέσεις από τη συνεχιζόμενη κρίση στη Μέση Ανατολή, η Ελλάδα περιμένει τον δεύτερο γύρο αξιολογήσεων για το 2026 από τους πέντε μεγάλους διεθνείς οίκους.

Πρώτος θα ανακοινώσει την απόφασή του ο DBRS την ερχόμενη Παρασκευή (4 Σεπτεμβρίου), ενώ θα ακολουθήσουν στις 18 Σεπτεμβρίου οι αξιολογήσεις από τον Scope Ratings και τον Moody’s. Στις 23 Οκτωβρίου θα έρθει η σειρά του S&P και ο κύκλος θα ολοκληρωθεί στις 6 Νοεμβρίου με τον Fitch.

Οι οίκοι, που είχαν δώσει την επενδυτική βαθμίδα στην Ελλάδα από το 2023/2024 και στη συνέχεια προχώρησαν -με εξαίρεση τον Moody’s- σε νέες αναβαθμίσεις, επιβεβαίωσαν το ελληνικό αξιόχρεο στη βαθμίδα ΒΒΒ στο πρώτο εξάμηνο του 2026, κρατώντας στάση αναμονής λόγω της αβεβαιότητας από τον πόλεμο στο Ιράν.

Από τον περασμένο Μάρτιο, όταν έγιναν οι πρώτες αξιολογήσεις του 2026, έχουν αλλάξει πολλά. Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κλειστά, έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, με συνέπεια η τιμή του πετρελαίου μπρεντ να βρίσκεται πολύ υψηλότερα από τις αρχές του έτους -κοντά στα 90 δολάρια το βαρέλι από περίπου 60 δολάρια- και η τιμή του φυσικού αερίου στην Ευρώπη να έχει υπερδιπλασιαστεί, φτάνοντας την Πέμπτη στα 68 ευρώ ανά μεγαβατώρα από μόλις 26,5 ευρώ.

Παρά τις ισχυρές πιέσεις στο ενεργειακό μέτωπο και στον πληθωρισμό, η ελληνική οικονομία έδειξε ανθεκτικότητα. Το ΑΕΠ αυξήθηκε το α’ τρίμηνο του έτους με ετήσιο ρυθμό 2% και μένει να φανεί η εικόνα για το β’ τρίμηνο με τα στοιχεία που θα ανακοινώσει η ΕΛΣΤΑΤ στις 7 Σεπτεμβρίου. Στον κρατικό προϋπολογισμό καταγράφηκε πρωτογενές πλεόνασμα 5,77 δισ. ευρώ στο 7μηνο Ιανουαρίου – Ιουλίου, υψηλότερο από τον στόχο, ενισχύοντας την πτωτική πορεία του χρέους.

Παράλληλα, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, μίλησε για νέες πρόωρες αποπληρωμές χρέους της Ελλάδας ύψους 12,8 δισ. ευρώ. Με την πρόωρη αποπληρωμή, ο στόχος του προϋπολογισμού για μείωση του χρέους στο 138,2% του ΑΕΠ στο τέλος του 2026 από 145,9% το 2025 αναμένεται να υπερκαλυφθεί άνετα, με την Ελλάδα να αφήνει την Ιταλία ως τη χώρα με το υψηλότερο χρέος στην Ευρωζώνη.

Καθώς η προοπτική μείωσης του χρέους είναι ο καθοριστικός παράγοντας που σταθμίζουν οι οίκοι, μένει να φανεί πώς θα αποτυπωθούν οι εξελίξεις στις νέες αξιολογήσεις τους. Ο Scope, ο οποίος είναι ο πρώτος οίκος που έδωσε στην Ελλάδα την επενδυτική βαθμίδα και αναθεώρησε σε θετική από σταθερή την προοπτική του ελληνικού αξιόχρεου τον Νοέμβριο του 2025, εμφανίστηκε πρόσφατα πιο αισιόδοξος για την πορεία αποκλιμάκωσης του χρέους. Ενώ στην αξιολόγηση της 17ης Μαρτίου το βασικό σενάριό του προέβλεπε μείωση στο 127% του ΑΕΠ το 2030 και στο 120% το 2035, σε έκθεσή του τον Ιούνιο προέβλεπε ότι το ελληνικό χρέος θα κατρακυλήσει στο 107% το 2031, πολύ χαμηλότερα από το χρέος όχι μόνο της Ιταλίας, αλλά και της Γαλλίας και του Βελγίου.

Στην αξιολόγηση του Μαρτίου, ο Moody’s εκτιμούσε ότι η μείωση του ελληνικού χρέους θα συνεχιστεί με βραδύτερο ρυθμό τα επόμενα χρόνια, υποχωρώντας στο 140% του ΑΕΠ το 2027. Η πρόβλεψη αυτή έχει πλέον ξεπεραστεί, υπό το φως των νεότερων δημοσιονομικών εξελίξεων και της σημαντικής πρόωρης αποπληρωμής του χρέους, οπότε θα έχει ενδιαφέρον η νέα ετυμηγορία του οίκου, καθώς στην αξιολόγησή του σημείωνε ότι «ανοδική πίεση στο αξιόχρεο της Ελλάδας θα μπορούσε να προκύψει, αν βλέπαμε διατηρήσιμες μειώσεις στο ελληνικό χρέος που θα ξεπερνούσαν σημαντικά τις τρέχουσες προσδοκίες μας».

Ο DBRS σημείωνε τον Μάρτιο ότι «αν και ο οικονομικός και δημοσιονομικός ούριος άνεμος είναι πιθανό να διατηρηθεί το 2026, οι οικονομικές προοπτικές είναι εκτεθειμένες σε σημαντικούς καθοδικούς κινδύνους, όπως μία κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων». Και πρόσθετε ότι θα μπορούσε να αναβαθμίσει το αξιόχρεο «αν το δημόσιο χρέος μειωνόταν σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τις προσδοκίες για τα επόμενα 1-2 χρόνια και ο λόγος του (προς το ΑΕΠ) προβλεπόταν να παραμείνει σε σταθερή καθοδική πορεία μεσοπρόθεσμα λόγω ισχυρών δημοσιονομικών αποτελεσμάτων».

Την περασμένη εβδομάδα, ο Fitch ξεκαθάρισε ότι η ταχεία μείωση του ελληνικού χρέους ήταν ο καταλύτης για τις τρεις αναβαθμίσεις που έκανε από το 2021. Αν και η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας κατά 22% την περίοδο 2021-2025 έναντι περίπου 13,5% στην ΕΕ ήταν ο βασικός μοχλός για τη μείωση του χρέους, ήταν η δημοσιονομική πολιτική αυτή που καθόρισε την ταχεία αποκλιμάκωσή του, σημείωνε. Ο οίκος πρόσθεσε ότι οι παράγοντες που στήριξαν την ανάκαμψη αρχίζουν να εξασθενούν, καθώς η ανάκαμψη του τουρισμού έχει ολοκληρωθεί, η χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της ΕΕ κορυφώνεται το 2026 και δεν υπάρχει πλέον αρνητικό πραγματικό κόστος χρηματοδότησης. «Καθώς αυτοί οι παράγοντες εξασθενούν, τα πρωτογενή πλεονάσματα θα επωμιστούν μεγαλύτερο μέρος του βάρους της απομόχλευσης (του χρέους), την ώρα που η διατήρησή τους γίνεται πιο απαιτητική εν μέσω γήρανσης του πληθυσμού, αυξανόμενων δεσμεύσεων για την άμυνα και φθίνουσας πολιτικής συναίνεσης», ανέφερε ο Fitch.

Loading

Play