ΤΝ στην υγεία: από τη διάγνωση στην πρόληψη, με νέους κινδύνους και ευθύνες

ΤΝ στην υγεία: από τη διάγνωση στην πρόληψη, με νέους κινδύνους και ευθύνες

Η τεχνητή νοημοσύνη έχει ήδη μπει στην καθημερινή λειτουργία των συστημάτων υγείας, αλλά φέρνει μαζί της και νέες ανάγκες για εκπαίδευση πολιτών και επαγγελματιών. Έρευνα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας σε 50 ευρωπαϊκές χώρες έδειξε ότι το 64% διαθέτει ήδη κάποια μορφή εφαρμογής ΤΝ στο σύστημα υγείας, όπως ανέφερε ο CEO και συνιδρυτής του τεχνοβλαστού του ΑΠΘ Medoid AI, δρ. Ανέστης Φαχαντίδης, μιλώντας σε εκδήλωση του ΙΣΘ στο πλαίσιο της 90ης ΔΕΘ. Οι εφαρμογές αυτές αφορούν κυρίως τη διάγνωση και την ιατρική απεικόνιση, ενώ επεκτείνονται και στην εξυπηρέτηση ασθενών και στην αυτοματοποίηση διαδικασιών.

Ο επόμενος στόχος είναι η ουσιαστικότερη ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στις διαδικασίες υγείας, ώστε να απελευθερώνεται χρόνος για τους γιατρούς και τους υπόλοιπους επαγγελματίες υγείας. Τόνισε, ωστόσο, ότι η ΤΝ δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον γιατρό, καθώς μπορεί να επεξεργάζεται τεράστιο όγκο καταγεγραμμένων δεδομένων, αλλά ο γιατρός είναι εκείνος που αξιολογεί τον ασθενή συνολικά και συνεκτιμά στοιχεία που δεν έχουν καταγραφεί. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να απαλλάξει τους γιατρούς από γραφειοκρατικές και μηχανιστικές εργασίες, αρκεί να χρησιμοποιείται με επαγρύπνηση και όχι ως «νοητικό δεκανίκι».

Ο κ. Φαχαντίδης στάθηκε στον κίνδυνο εξάρτησης του ιατρού από την ΤΝ, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε αποδυνάμωση της ιατρικής κρίσης και σε τάση απλής ακολουθίας των υποδείξεων της τεχνολογίας. Επισήμανε ότι η ΤΝ μπορεί να είναι πιο επικίνδυνη όταν είναι συνεχώς σωστή, επειδή δημιουργεί υπερεμπιστοσύνη. Ωστόσο, η σημερινή ΤΝ δεν έχει πλήρη συνέπεια και μπορεί να δώσει λανθασμένες απαντήσεις, καθώς είναι εξαιρετικά ευαίσθητη στις αλλαγές των δεδομένων εισόδου. Ο γιατρός, σημείωσε, πρέπει να παραμένει σε επαγρύπνηση ειδικά όταν χρησιμοποιεί την ΤΝ ως συμβουλευτικό ή αναλυτικό εργαλείο, ώστε να μην παρασύρεται από τη συχνή ορθότητα σε σφάλματα, ενώ η ευθύνη για την κλινική απόφαση πρέπει να παραμένει στον ίδιο. Πρόσθεσε ακόμη ότι, αν η ΤΝ ενσωματωθεί ευρύτερα στα συστήματα υγείας, ειδικά σε μηχανήματα και αυτοματοποιημένες διαδικασίες όπου ο γιατρός δεν έχει παρέμβαση ή έλεγχο, η απόλυτη ευθύνη του γιατρού δεν μπορεί πάντα να απαιτείται και τότε η ευθύνη μπορεί να μετατοπιστεί στον κατασκευαστή, τον προμηθευτή ή άλλους εμπλεκόμενους. Γι’ αυτό, υπογράμμισε, χρειάζεται προσεκτικός σχεδιασμός των συστημάτων ΤΝ.

Ο κ. Φαχαντίδης σημείωσε ότι ασθενείς χρησιμοποιούν ήδη την ΤΝ, για παράδειγμα μέσω εφαρμογών για συμπτώματα, όπως ακριβώς αναζητούν πληροφορίες υγείας στο Google. Εξήγησε ότι οι πολίτες πρέπει να καταλάβουν πως τα στοιχεία που δίνουν στην ΤΝ μπορεί να είναι ελλιπή ή λανθασμένα σε σχέση με εκείνα που θα αναζητούσε ένας γιατρός. Την ίδια στιγμή προειδοποίησε για τον κίνδυνο νέων ανισοτήτων από την ψηφιοποίηση, καθώς η κατάργηση των παραδοσιακών τρόπων εξυπηρέτησης θα μπορούσε να αποκλείσει ηλικιωμένους και άλλες ευάλωτες ομάδες.

Στην καρδιολογία, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να οδηγήσει σε μετάβαση από την αντιμετώπιση ενός προβλήματος όταν εκδηλωθεί στην έγκαιρη πρόβλεψη και πρόληψή του, σύμφωνα με τον καρδιολόγο και Clinical Reader Προσωποποιημένης Καρδιακής Ιατρικής της Γ’ Πανεπιστημιακής Κλινικής του ΑΠΘ, Κωνσταντίνο Μπακογιάννη.

Όπως ανέφερε ο κ. Μπακογιάννης, η δυνατότητα ανάλυσης πολύ μεγαλύτερου όγκου δεδομένων μπορεί να επιτρέψει τον εντοπισμό προτύπων που δεν είναι εύκολο να βρεθούν με τις παραδοσιακές μεθόδους. Παράλληλα, σημείωσε ότι στο πλαίσιο ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος στο οποίο συμμετέχει το ΑΠΘ σε συνεργασία με εταιρείες πληροφορικής, αναπτύσσονται αλγόριθμοι για ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, με στόχο να εντοπίζονται έγκαιρα ενδείξεις απορρύθμισης, ώστε να γίνει παρέμβαση πριν χρειαστεί νοσηλεία.

Ο κ. Μπακογιάννης υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να λειτουργεί σε «υβριδικό» πλαίσιο μαζί με τον γιατρό. Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στην «επεξηγηματική τεχνητή νοημοσύνη», η οποία μπορεί να δείχνει τα δεδομένα πάνω στα οποία βασίστηκε ένα αποτέλεσμα, ώστε ο γιατρός να κρίνει αν είναι αξιόπιστο. Παράλληλα, επισήμανε ότι οι «έξυπνες» συσκευές και τα ψηφιακά εργαλεία παρακολούθησης μπορούν να προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες, αλλά οι ενδείξεις τους δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως διαγνώσεις. «Πολλές φορές όλα αυτά που παίρνουμε είναι ενδείξεις», σημείωσε, τονίζοντας ότι η τελική ιατρική απόφαση δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε αυτές. Υποστήριξε, τέλος, ότι η μεγάλη προσδοκία είναι η μετάβαση από την αντίδραση στην πρόληψη, με την ΤΝ και τις «έξυπνες» συσκευές να βοηθούν στον εντοπισμό κινδύνων πριν εκδηλωθεί ένα καρδιακό επεισόδιο.

Τη διάσταση της ενημέρωσης και της προστασίας των πολιτών από την παραπληροφόρηση ανέδειξε κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης ο καθηγητής του Τμήματος Δημοσιογραφίας του ΑΠΘ και διευθυντής του Εργαστηρίου Ειρηνευτικής Δημοσιογραφίας, Νικόλαος Παναγιώτου. Όπως είπε, η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί πλέον σε ένα περιβάλλον «πληροφοριακού ωκεανού», όπου οι πολίτες καλούνται να αξιολογήσουν τεράστιο όγκο πληροφοριών, ενώ συχνά αντιμετωπίζουν τις ψηφιακές ενδείξεις ως αποδείξεις και τις απαντήσεις της ΤΝ ως αυθεντία.

Παράλληλα, επισήμανε πως, ιδιαίτερα στον χώρο της υγείας, ο κίνδυνος ενισχύεται από τη δράση αυτοαποκαλούμενων ειδικών και influencers και από την ταχύτητα διάδοσης μη επιβεβαιωμένων πληροφοριών. Ο κ. Παναγιώτου ανέφερε ότι η διάψευση μιας ψευδούς πληροφορίας απαιτεί περισσότερο χρόνο από τη διάδοσή της, ενώ η συνεχής έκθεση σε αντικρουόμενες πληροφορίες μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην αντίληψη ότι «δεν πρέπει να πιστεύουμε τίποτα». Επισήμανε ακόμη ότι η ευαλωτότητα στις ψευδείς πληροφορίες αφορά όλες τις ηλικίες και ότι μεγαλύτερος κίνδυνος από τη διάδοση του ψεύδους είναι η δημιουργία μιας γενικευμένης δυσπιστίας απέναντι στην επιστήμη και τους θεσμούς. Παράλληλα, σημείωσε ότι η υπερβολική ανάθεση γνωστικών λειτουργιών στην τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να περιορίσει την κριτική σκέψη και να δημιουργήσει νέο «χάσμα γνώσης».

Σε αυτό το πλαίσιο, αναφέρθηκε σε πιλοτικό πρόγραμμα γραμματισμού στα μέσα ενημέρωσης και στην τεχνητή νοημοσύνη που υλοποιήθηκε σε 35 σχολεία, με στόχο τη βιωματική εκπαίδευση των μαθητών στην αξιολόγηση και τη διασταύρωση της πληροφορίας. Παράλληλα, έκανε λόγο για δράσεις που απευθύνονται και σε μεγαλύτερες ηλικίες, καθώς η ευαλωτότητα στην παραπληροφόρηση, όπως είπε, δεν αφορά μόνο όσους έχουν μικρότερη εξοικείωση με την τεχνολογία.

Loading

Play