Ζωντανεύει η χαμένη Θεσσαλονίκη μέσα από το αρχείο του Γιάννη Κυριακίδη

Ζωντανεύει η χαμένη Θεσσαλονίκη μέσα από το αρχείο του Γιάννη Κυριακίδη

Το φωτογραφικό αρχείο του Γιάννη Κυριακίδη περνά στον Δήμο Καλαμαριάς και φέρνει ξανά στο φως τη Θεσσαλονίκη που χάθηκε. Η κόρη του, Αθηνά Κυριακίδου, μιλά για μια δωρεά που ανοίγει τον δρόμο για την τεκμηρίωση, τη συντήρηση, την ψηφιοποίηση και την αξιοποίηση του υλικού.

Δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο εμβληματικός φωτογράφος παραμένει συνδεδεμένος με τη Θεσσαλονίκη, όπου κυκλοφορούσε με τρεις φωτογραφικές μηχανές στον λαιμό και τη χαρακτηριστική σκάλα του για να τραβά από ψηλά τις λήψεις του. Ο Γιάννης Κυριακίδης, που έφυγε από τη ζωή στα 92 του, ταύτισε για περισσότερα από 70 χρόνια το όνομά του με τη φωτογραφία.

Η Αθηνά Κυριακίδου αναφέρει ότι η Χρύσα Κυριακίδου, σύζυγος του Γιάννη Κυριακίδη, είχε ξεκινήσει ήδη από το 1970 τη διάσωση, την αρχειοθέτηση και τη διαλογή του αρχείου. «Είναι φυσικό το αρχείο να είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μας. Αν δεν υπήρχε η πρόταση της δημάρχου Καλαμαριάς Χρύσας Αράπογλου και του Γιάννη Πιτσιώρα και η αποδοχή της δωρεάς από το συμβούλιο του δήμου Καλαμαριάς, σίγουρα θα το αποχωριζόμασταν πολύ αργότερα», λέει, σημειώνοντας πως ο πατέρας της θα χαιρόταν ιδιαίτερα που το υλικό μένει στη Θεσσαλονίκη και επιστρέφει στην αγαπημένη του Καλαμαριά, τον τόπο όπου γεννήθηκε από πρόσφυγες, Πόντιους γονείς, και έζησε μέχρι το τέλος.

Η ίδια περιγράφει ανάμεικτα συναισθήματα, καθώς, όπως λέει, είναι «σαν να δίνω ένα παιδί μου», αλλά ταυτόχρονα νιώθει ανακούφιση επειδή ένα τόσο σημαντικό αρχείο θα βρει τον χώρο που του ταιριάζει. Μιλά και για τον όγκο της παρακαταθήκης: «Έφτασαν στον δικό μου χώρο τα 400 πρώτα κιβώτια. Το δωμάτιο που τα πρωτοφιλοξένησε είναι 25 τ.μ. με 3,5 μέτρα ύψος και τα κιβώτια το γέμισαν στα 2 μέτρα», λέει, προσθέτοντας ότι κάθε φορά που άνοιγε έναν φάκελο ή αναζητούσε ένα συγκεκριμένο αρνητικό, έβρισκε δεκάδες ή και εκατοντάδες από το ίδιο θέμα. «Ανέκαθεν γνώριζα ότι φωτογράφιζε τα πάντα, αλλά είναι διαφορετικό να το ξέρεις από το να το βλέπεις μπροστά σου σε όλο του το εύρος. Όπως έλεγε κι ο ίδιος, φωτογράφισα τη γέννηση και το θάνατο, τις φεγγαρόστρατες του Θερμαϊκού, φωτογράφισα όλους τους πολιτικούς αρχηγούς, τους καλλιτέχνες, τις επίσημες και ιστορικές διοργανώσεις της Θεσσαλονίκης και της Ελλάδας αλλά και στις πέντε ηπείρους, γεγονότα εντυπωσιακά, λαμπερά και θλιβερά. Κυριολεκτικά», σημειώνει.

Ανάμεσα στα αγαπημένα του θέματα ξεχώριζε η παλιά παραλία της Θεσσαλονίκης. «Ήταν το πιο αγαπημένο του αντικείμενο φωτογράφισης. Τα πρωινά της, τα φουρτουνιασμένα νερά της, η ομίχλη, τα καραβάκια της, τα φώτα της, τα ηλιοβασιλέματά της. Το υπέροχο είναι ότι το παράθυρό του στο σπίτι μας έχει ακριβώς την ίδια θέα με τον πίνακα που του χάρισε ο Σπύρος Βασιλείου με το λιμάνι της Θεσσαλονίκης πριν πολλά χρόνια και η βεράντα μας αγκαλιάζει όλο το Θερμαϊκό», λέει η κόρη του.

Η θρυλική σκάλα του Γιάννη Κυριακίδη δεν ήταν μόνο μία. Στο μουσείο δωρίστηκε η τελευταία που χρησιμοποίησε. «Υπήρξαν πολλές άλλες που ξεχάστηκαν, χάλασαν ή χάθηκαν. Ξεκίνησε να φωτογραφίζει με σκάλα τουλάχιστον από το ’60, όπως μου λέει η μητέρα μας», σημειώνει η κ. Κυριακίδου, η οποία τη θεωρεί βασικό στοιχείο της ματιάς του. «Ο πατέρας μας, είτε λόγω των αναγκών του φωτορεπορτάζ είτε λόγω χαρακτήρα, αγκάλιαζε περισσότερο το σύνολο παρά τη λεπτομέρεια. Η σκάλα του έδινε αυτή την οπτική. Όταν τον σκέφτομαι πάνω στη σκάλα του, σε ελικόπτερο ή σε γερανό, θυμάμαι το τραγούδι του Κώστα Χατζή “Απ’ το αεροπλάνο”», λέει.

Στην Αθηνά Κυριακίδου, ο Γιάννης Κυριακίδης χάρισε την πρώτη της μηχανή όταν ήταν 13 ετών και από τότε δεν σταμάτησε να φωτογραφίζει. «Θέλοντας και μη, με ενέπνευσε να συνεχίσω στα βήματά του, με την ίδια επιμονή, εργατικότητα και άποψη για τους ανθρώπους και τη ζωή. Έλεγε “όλοι οι άνθρωποι είναι το ίδιο, βασιλιάδες, πολιτικοί, καλλιτέχνες, εργάτες” και μου θύμιζε συχνά “να κάνω ταμείο κάθε βράδυ”», αναφέρει.

Περιγράφει ότι ο τρόπος δουλειάς τους ήταν διαφορετικός: «εκείνος, νευρικός σαν κυνηγός, το πραγματικό πρόσωπο ενός φωτορεπόρτερ. Εγώ δούλευα συνήθως στο στούντιο, με ηρεμία και προσωπική επαφή με τα πρόσωπα ή το θέμα της φωτογράφισης». Παραδέχεται όμως πως η φωτογραφία ήταν κοινό στοιχείο της οικογένειας. «Όταν μου ζήτησε να ανέβω σε γερανό 7 μέτρων για μια φωτογράφηση εργοστασίου, δεν σταμάτησα να το σκεφτώ ούτε στιγμή. Είναι στο αίμα φαίνεται!», λέει.

Σήμερα, όπως σημειώνει, τον πατέρα της τον βρίσκει στις παιδικές της αναμνήσεις, μαζί με εικόνες και μυρωδιές από το σπίτι. «Γυρνούσε κουρασμένος από τη δουλειά, ήταν σιωπηλός, το σπίτι ήταν γι’ αυτόν μια όαση κανονικότητας. Αν και κρατούσε ακόμα πάνω του τη μυρωδιά από το πούρο και το υποσουλφίτ, άφηνε τα πάντα πίσω του, με το που διπλοκλείδωνε την εξώπορτα», επισημαίνει.

Από το οικογενειακό άλμπουμ ξεχωρίζει μια φωτογραφία που, όπως λέει, θα μπορούσε να συστήσει τον Γιάννη Κυριακίδη σε όποιον δεν τον γνώρισε. «Είναι μία φωτογραφία με τα αδέρφια του. Τον βλέπουμε, ένα μικρό παιδί με τεράστια σκούρα μάτια, “τα πιο όμορφα μάτια του κόσμου”, όπως είπε ο δάσκαλός του στην Agfa, μιλώντας για τη ξεχωριστή ματιά του», αναφέρει.

Θυμάται επίσης ένα πιο ανάλαφρο στιγμιότυπο από τα παιδικά χρόνια: «Όταν ήμασταν μικρές, η αδερφή μου κι εγώ, “ετοιμάζαμε” τα φιλμ που θα έπαιρνε μαζί του. Τα βγάζαμε από τα κουτιά τους και τα περιτυλίγματά τους και μετά ξαναγεμίζαμε τα κουτιά με τα φόιλ και τις οδηγίες και λέγαμε ότι κάναμε ντολμαδάκια».

Η μεταφορά του αρχείου σηματοδοτεί την έναρξη της συστηματικής απογραφής, καταγραφής, αξιολόγησης και συντήρησής του. Στόχος είναι να καταστεί προσβάσιμο στους πολίτες, στους ερευνητές και στις επόμενες γενιές.

Η κόρη του Γιάννη Κυριακίδη θέλει όποιος δει για πρώτη φορά τις φωτογραφίες να ανακαλύψει, πέρα από τους δρόμους και τα κτήρια της παλιάς Θεσσαλονίκης που πολλά δεν υπάρχουν πια, ένα αρχείο που αποτυπώνει μοναδικά την πολιτική, πολιτιστική και κοινωνική ζωή της Ελλάδας και ειδικά της πόλης. Μιλά για εικόνες «της Θεσσαλονίκης που χάθηκε, ανθρώπους που πέρασαν και άφησαν εποχή, αλλά δεν υπάρχει κανένα άλλο ίχνος τους. Αλλά κι αυτό που γνωρίζουν όλοι σχεδόν οι Θεσσαλονικείς της γενιάς μου, τον Γιάννη Κυριακίδη και τη ματιά του. Ο Γιάννης Κυριακίδης δεν αποτύπωνε απλώς ένα γεγονός αλλά “σκηνοθετούσε” με τέτοιο τρόπο την εικόνα, ώστε να αποδώσει το αίσθημα και το νόημα που αυτός ζούσε», υποστηρίζει.

Αναφερόμενη στην ψηφιοποίηση 3.500 αρνητικών για τη μοναδική έκδοση των περίπου 700 σελίδων που ετοιμάζεται, ξεχωρίζει τις εικόνες μιας άλλης εποχής και τον πλούτο του υλικού. «Όλος αυτός ο πλούτος, τα άγνωστα πρόσωπα και γεγονότα στις εικόνες που αιχμαλώτισε με το φακό του, θα μπορέσουν πια να γίνουν προσβάσιμα στους πολίτες, στους ερευνητές και στις επόμενες γενιές», καταλήγει.

Βαρβάρα Καζαντζίδου

*Τις φωτογραφίες παραχώρησε η κ. Κυριακίδου

Loading

Play