Η κατεδάφιση ενός αυθαίρετου κτίσματος της περιόδου της Χούντας στον εξωτερικό χώρο του κάτω κάστρου της Μυτιλήνης ανοίγει τον δρόμο για τη δημιουργία ενός ανοιχτού αρχαιολογικού χώρου, με επίκεντρο το αρχαίο βόρειο λιμάνι και τις ρωμαϊκές εμπορικές στοές της πόλης. Το κτίσμα αυτό χρησιμοποιήθηκε έως τις αρχές της δεκαετίας του 1990 ως δημοτικό σφαγείο, μέσα σε έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Μυτιλήνης.
«Το 2024 με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου μετά από σύμφωνη γνώμη των υπηρεσιών του υπουργείου Πολιτισμού, αποφασίσαμε να κατεδαφιστεί αυτό το κτίριο προκειμένου να ελευθερωθεί ο χώρος», λέει ο δήμαρχος Μυτιλήνης Παναγιώτης Χριστόφας. «Σε συνεργασία με την εφορεία Αρχαιοτήτων Λέσβου και με την εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων χρηματοδοτούμε μέσω προγραμματικής σύμβασης που έχουμε ήδη υπογράψει, την ανάπτυξη αυτού του παράλιου χώρου, για να γίνει μια ανάπλαση, να γίνει κάποιο μουσείο και να αναδειχθεί ο αρχαίος βόρειος λιμένας, ο οποίος χρονολογείται από τον 4ο π.Χ αιώνα. Έτσι ένας χώρος που μέχρι πριν λίγο διάστημα δεν ήταν συνδεδεμένος με τον αστικό ιστό της Επάνω Σκάλας πλέον θα είναι επισκέψιμος από κατοίκους και επισκέπτες».
Ήδη εκπονούνται μελέτες για την ανάδειξη του επιθαλάσσιου τείχους του βόρειου αρχαίου λιμενοβραχίονα, αλλά και των εξωτερικών υπαίθριων χώρων του κάτω κάστρου, εκεί όπου βρίσκονταν τα κτήρια των παλιών σφαγείων, με στόχο να αναδειχθεί μια περιοχή που μέχρι σήμερα παραμένει υποβαθμισμένη.
«Στο πλαίσιο του έργου της αποκατάστασης του επιθαλάσσιου τοίχους, το υπουργείο Πολιτισμού μέσω της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λέσβου δρομολόγησε κατόπιν συνεργασίας με τον Δήμο Μυτιλήνης την απομάκρυνση των αυθαίρετων σφαγείων που από την περίοδο της χούντας βρίσκονταν εξωτερικά των αποθηκών Σαπλιτζά του κάτω κάστρου. Στόχος του υπουργείου και της υπηρεσίας μας να αναδειχθεί ο χώρος εξωτερικά του επιθαλάσσιου τοίχους και να συνδεθεί η νεότερη ναυτική παράδοση της Μυτιλήνης με την αρχαία», λέει ο προϊστάμενος της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λέσβου δρ Παύλος Τριανταφυλλίδης.
Στο έργο που θα υλοποιηθεί περιλαμβάνεται η ανάδειξη των αρχαίων αρχιτεκτονικών μελών που υπάρχουν από την περιοχή του βορείου λιμένα. Σε συνεργασία με την Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων πρόκειται να αποκατασταθεί τόσο ο βορειοδυτικός λιμενοβραχίονας του αρχαίου βόρειου λιμανιού όσο και ο υπαίθριος χώρος εξωτερικά των αποθηκών Σαπλιτζά, ώστε να δημιουργηθεί ένα ανοικτό υπαίθριο μουσείο ναυτικής παράδοσης, από την αρχαιότητα έως τους νεότερους χρόνους.
Επίσης, θα γίνει και αναστήλωση της ρωμαϊκής φάσης της Στοάς που υπάρχει σήμερα και θα σηκωθεί σε ύψος πάνω από 4 μέτρα από τον δρόμο, με κομμάτια των αρχαίων κιόνων που σώζονται.
Στους αρχαίους χρόνους η πόλη της Μυτιλήνης είχε τη μορφή ενός μικρού νησιού, το οποίο χωριζόταν από την αντικρινή στεριά της υπόλοιπης Λέσβου με τον Εύριπο. Πρόκειται για έναν στενό φυσικό πορθμό, μήκους 700 μ. και πλάτους 30 μ., που ένωσε τους δύο όρμους – λιμάνια της πόλης, το βόρειο και το νότιο, ενισχύοντας παράλληλα τη φυσική της οχύρωση.
Ο βόρειος εμπορικός λιμένας της Μυτιλήνης βρίσκεται κάτω από τα τείχη του Γενοβέζικου φρουρίου στα βορειοδυτικά, ενώ ο νότιος πολεμικός λιμένας ταυτίζεται με το σημερινό λιμάνι της πόλης.
Από τον βόρειο εμπορικό λιμένα, που βρισκόταν απέναντι από την αγορά, μια αμιγώς εμπορική περιοχή της αρχαίας Μυτιλήνης, διατηρείται μεγάλο μέρος των λιμενοβραχιόνων.
Η πρώτη οικοδομική φάση του βόρειου εμπορικού λιμανιού τοποθετείται στους αρχαϊκούς χρόνους. Νεότερες υποβρύχιες έρευνες που έγιναν στον χώρο μεταξύ 2007-2009 έδειξαν ότι η χρονολόγηση του συγκεκριμένου λιμενοβραχίονα ενδέχεται να είναι μεταγενέστερη. Στην κλασική περίοδο το λιμάνι επεκτείνεται, όμως εξαιτίας του Πελοποννησιακού Πολέμου δεν ολοκληρώνεται. Η μνημειακή του σημερινή διαμόρφωση τοποθετείται στο β΄ μισό του 4ου αι. π.Χ. Ο μεγάλος ανατολικός λιμενοβραχίονας έχει μήκος 350 μ. και πλάτος 7,50 μ., ο μικρότερος δυτικός έχει μήκος 75 μ. και πλάτος 8,5 μ., ενώ το πλάτος της εισόδου μεταξύ τους υπολογίζεται ότι έφτανε τα 300 μ.
Μεταξύ 1999 και 2000, οι ανασκαφικές εργασίες στην παράκτια ζώνη του βόρειου λιμανιού έφεραν στο φως τη μνημειακή δυτική είσοδο του Ευρίπου, τμήμα της παρακείμενης προκυμαίας, καθώς και μέρος μιας εγκάρσιας προβλήτας. Στα ανατολικά της προκυμαίας εντοπίστηκε τετράπλευρη κατασκευή με ημικυκλική απόληξη στη μία πλευρά της, η οποία ταυτίζεται με το ακρομόλιο της άλλοτε μνημειακής δυτικής εισόδου του Ευρίπου. Τα κινητά ευρήματα που βρέθηκαν στον χώρο χρονολογούνται από την αρχαϊκή έως και την υστερορωμαϊκή περίοδο, ενώ στα ανατολικά του Ευρίπου αποκαλύφθηκε τμήμα του κλασικού τείχους, εργαστήρια κεραμικής και μεταλλοτεχνίας, καθώς και τα κατάλοιπα ενός ρωμαϊκού κτηρίου.
Με την πάροδο των χρόνων, ο βόρειος λιμένας υποβαθμίστηκε σταδιακά, κάτι που συνδέεται άμεσα με την επιχωμάτωση της λιμενολεκάνης του. Η διεργασία αυτή είχε ξεκινήσει ήδη από την παλαιοχριστιανική περίοδο, παράλληλα με την επιχωμάτωση του Ευρίπου.
![]()
