Από 100 ευρώ και έναν δίσκο με ραπανάκια: ο Θανάσης Καλλιντέρης και το όραμα των microgreens

Από 100 ευρώ και έναν δίσκο με ραπανάκια: ο Θανάσης Καλλιντέρης και το όραμα των microgreens

Μια βαριά οικονομική απώλεια στις χρηματαγορές, το επαγγελματικό αδιέξοδο και ένας δίσκος με ραπανάκια άλλαξαν οριστικά τη ζωή του Θανάση Καλλιντέρη. Με 100 ευρώ στην τσέπη, αποφάσισε να ξεκινήσει από το μηδέν και να κυνηγήσει το όνειρό του μέσα από ένα διαφορετικό, καινοτόμο μοντέλο καλλιέργειας μικρολαχανικών (microgreens).

Όπως λέει ο ίδιος στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, η ιδέα για τη συγκεκριμένη επιχείρηση γεννήθηκε μετά από μια πολύ μεγάλη και σοκαριστική απώλεια χρημάτων στις χρηματαγορές, όπου τότε εργαζόταν επαγγελματικά στο trading, με στόχο την οικονομική ανεξαρτησία και, αργότερα, την αγορά μιας φάρμας για μια ζωή πιο κοντά στη φύση. Η συνειδητοποίηση αυτή άλλαξε πλήρως την οπτική του.

«Η αρχή έγινε με έναν δίσκο με ραπανάκια»

Μπορεί οι συνθήκες να μην ήταν ιδανικές, όμως, όπως εξηγεί, παραδέχτηκε στον εαυτό του κάτι απλό: αφού ο τελικός στόχος ήταν να φτιάξει μια ωραία φάρμα και να ζήσει έτσι, έπρεπε να ξεκινήσει να τη χτίζει από τότε. Βρισκόταν στο Περιστέρι, φιλοξενούμενος από έναν φίλο του και χωρίς χρήματα, έχοντας καταφέρει να συγκεντρώσει περίπου 100-150 ευρώ από κάποια μεροκάματα. Τότε άρχισε να ψάχνει πώς μπορεί να καλλιεργήσει χωρίς να του ανήκει γη και ανακάλυψε ότι τα microgreens μπορούν να καλλιεργηθούν ακόμη και μέσα στο σπίτι, πάνω σε ραφιέρες με φώτα, και να συγκομιστούν σε περίπου μία εβδομάδα.

Παρήγγειλε αμέσως μερικούς δίσκους και σποράκια, δοκίμασε την ιδέα και είδε ότι λειτουργεί. Θυμάται ακόμη την πρώτη συγκομιδή, στις 20 Απριλίου του 2023, από έναν δίσκο με ραπανάκι. Από εκείνον τον πρώτο δίσκο ξεκίνησε η «φάρμα» του, η οποία σήμερα είναι από τις πιο γνωστές εταιρείες παραγωγής microgreens στην Ελλάδα και, σύμφωνα με πολλούς σεφ με τους οποίους συνεργάζεται, από τις καλύτερες ποιοτικά.

«Έκανα κυριολεκτικά all in»

Η έλλειψη κεφαλαίου ήταν, όπως υπογραμμίζει, η μεγαλύτερη δυσκολία των πρώτων μηνών. Όταν δεν υπάρχει οικονομικό απόθεμα, κάθε αγορά μετατρέπεται σε ρίσκο και κάθε παραγωγή πρέπει σχεδόν αμέσως να γίνει πώληση. «Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν σαφώς η έλλειψη κεφαλαίου. Ειδικά στην αρχή, ξέμενα συνεχώς από χρήματα. Επειδή αγόραζα τα πάντα λιανική, για να μπορέσω να πουλήσω κάτι σε μια τιμή που να έχει νόημα να το αγοράσει ο εστιάτορας, σήμαινε ότι εγώ δεν θα είχα σχεδόν καθόλου κέρδος. Το να αγοράσεις κάτι, να το καλλιεργήσεις και μετά, μόνο εάν πουληθεί, να ξαναπάρεις χρήματα, είναι πολύ ρισκαδόρικο όταν δεν έχεις κεφάλαιο. Εγώ στην αρχή έκανα κυριολεκτικά all in. Μπορεί να είχα όλα μου τα χρήματα, 100 ευρώ, και να πήγαινα να αγοράσω 80 ευρώ χώμα και 20 ευρώ σπόρους. Υπόλοιπο μηδέν. Οπότε αν δεν κατάφερνα μετά να πουλήσω αρκετά microgreens, θα έμενα στον άσσο».

Η καθημερινότητά του ήταν ένας συνεχής αγώνας ανάμεσα στην παραγωγή και την επιβίωση. Όπως λέει ο ίδιος, δεν είχε την πολυτέλεια να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην επιχείρηση από την πρώτη μέρα. Έτρεχε από το πρωί μέχρι το βράδυ, τόσο για να καλλιεργεί όσο και για να κάνει οποιαδήποτε δουλειά μπορούσε: μεσιτείες και ενοικιάσεις ακινήτων, αγοραπωλησίες επιχειρήσεων, σερβιτόρος, διανομή πετρελαίου, δουλειά σε γεωπονικά καταστήματα. Παράλληλα, έπρεπε να κερδίσει την εμπιστοσύνη ανθρώπων που είχαν ήδη σταθερές συνεργασίες, με την ποιότητα να γίνεται το βασικό του όπλο.

«Και την ίδια στιγμή έπρεπε να πηγαίνω με ένα χαμόγελο και ένα πάρα πολύ καλό προϊόν μπροστά σε πολύ αυστηρούς, πολύ γνωστούς και πολύ καλούς σεφ και να κερδίσω την εμπιστοσύνη τους. Οι άνθρωποι αυτοί μέχρι τότε συνεργάζονταν με μεγάλες εταιρείες, με ανθρώπους που ήταν χρόνια στον χώρο. Και δεν είναι ότι εκείνοι έκαναν άσχημα τη δουλειά τους. Απλώς, εγώ την έκανα εμμονικά καλά και αυτό ήταν το βασικό», τονίζει.

«Κάνοντας τη δουλειά μου εμμονικά καλά, κατάφερα να ξεπεράσω και την έλλειψη κεφαλαίου, γιατί σχεδόν πάντα κατάφερνα να ξεπουλάω και ακόμα και τις φορές που δεν πουλούσα κάτι, πήγαινα και το έδινα δωρεάν ως δείγμα σε ανθρώπους που ήξερα ότι θα μπορούσαν να το εκτιμήσουν. Οπότε ακόμα και κάτι που διαφορετικά θα ήταν χασούρα, μπορούσε να γίνει η αρχή μιας συνεργασίας», σημειώνει.

Η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα

Μιλώντας για το επιχειρηματικό περιβάλλον στην Ελλάδα, ο Καλλιντέρης δεν ωραιοποιεί την πραγματικότητα. Αντίθετα, μιλά με ευθύτητα για τις δυσκολίες αλλά και τις ευκαιρίες που βλέπει. «Για εμένα σημαίνει μια πράξη που ακόμα δεν ξέρω αν είναι ηρωισμός ή ηλιθιότητα», λέει χαρακτηριστικά, εξηγώντας πως από τη μία πλευρά υπάρχουν κλάδοι στους οποίους ένας νέος επαγγελματίας μπορεί να ξεχωρίσει σχετικά γρήγορα. Όπως λέει, το περιβάλλον στην Ελλάδα είναι σχετικά εύκολο σε αρκετούς τομείς, επειδή υπάρχει χαμηλός ανταγωνισμός και χαμηλή ποιότητα υπηρεσιών, συχνά γιατί οι επαγγελματίες είναι εξουθενωμένοι. Έτσι, ένας άνθρωπος που θα μπει και θα αποφασίσει να κάνει εμμονικά καλή δουλειά μπορεί να ξεχωρίσει αρκετά γρήγορα.

Η δύναμη του μικρού παραγωγού

«Το βασικό στοιχείο μας είναι ότι λειτουργούμε με πρωτόκολλα μεγάλων εταιρειών, αλλά έχουμε την ευελιξία ενός πολύ μικρού τοπικού παραγωγού», εξηγεί και προσθέτει πως η επιχείρηση έχει συγκεκριμένες διαδικασίες και ποιοτικούς ελέγχους, χωρίς να χάνει την προσωπική επαφή με τον πελάτη. Υπάρχουν πρωτοκολλημένες διαδικασίες, ποιοτικοί έλεγχοι και μια λογική παραγωγής που θα περίμενε κανείς από μια εταιρεία με δεκαπλάσια δυναμική. Ταυτόχρονα, οι πελάτες μπορούν να μιλήσουν κατευθείαν μαζί του και η ευελιξία παραμένει μεγάλη. Έτσι, συνδυάζονται η σταθερότητα, οι διαδικασίες και οι ανταγωνιστικές τιμές μιας μεγάλης εταιρείας με το μεράκι ενός μικρού παραγωγού.

Από τα εστιατόρια στην αστική παραγωγή

Το όραμα του Θανάση Καλλιντέρη δεν περιορίζεται στην ανάπτυξη της επιχείρησής του, αλλά αφορά έναν διαφορετικό τρόπο παραγωγής και διανομής τροφής, με την καλλιέργεια να βρίσκεται πιο κοντά στις πόλεις και στον τελικό καταναλωτή. «Τα επόμενα χρόνια βλέπω την επιχείρηση σε πολύ περισσότερες πόλεις, τόσο ευρωπαϊκές όσο και αμερικανικές, στόχος είναι τα microgreens να περάσουν από την κουζίνα των εστιατορίων και στο καθημερινό τραπέζι. Θέλω να φέρουμε τα ποιοτικά και φρέσκα microgreens που καλλιεργούμε όχι μόνο στα εστιατόρια που ήδη τα χρησιμοποιούν και τα αξιοποιούν με τον καλύτερο τρόπο για να αναδείξουν τις γεύσεις και τα χρώματά τους, αλλά και στον καθημερινό καταναλωτή. Μέσω λιανικής, μέσω σούπερ μάρκετ ή ακόμα και μέσω δικής μας τροφοδοτικής αλυσίδας».

«Σήμερα παίρνουμε απλά φυλλώδη λαχανικά και τα ταξιδεύουμε εκατοντάδες ή και χιλιάδες χιλιόμετρα για να φτάσουν στον καταναλωτή. Έχουμε μεταφορικά, εργατικά, αποθήκευση, απώλειες στη μεταφορά, απώλειες πάνω στο ράφι και στο τέλος πολλές φορές πετάμε και ένα μεγάλο ποσοστό από αυτό που αγοράσαμε», σημειώνει και διευκρινίζει: «Εμείς θέλουμε να καλλιεργούμε μέσα στα ίδια τα αστικά κέντρα ή πολύ κοντά σε αυτά. Αντί δηλαδή να έρχεται μια σαλάτα από τη Δράμα στην Αθήνα, να έρχεται μια σαλάτα microgreens από την Αθήνα στην Αθήνα. Έτσι γλιτώνουμε τεράστιο κομμάτι μεταφορικών και απωλειών και μπορούμε να έχουμε ένα προϊόν υπερφρέσκο, με πολύ μεγάλη θρεπτική αξία και σε ανταγωνιστική τιμή».

Το μάθημα που δίνει στα παιδιά

Ο Θανάσης Καλλιντέρης συμμετέχει σε δράσεις σε νηπιαγωγεία και δημοτικά και, όπως λέει, η εμπειρία αυτή είναι από τις πιο όμορφες που έχει ζήσει. «Η εμπειρία του να εκπαιδεύεις μικρά παιδιά, ειδικά γύρω από τη φύση, την καλλιέργεια και την επαφή με το χώμα, είναι από τις ομορφότερες εμπειρίες που έχω ζήσει στη ζωή μου. Το κάνω αρκετές φορές σε νηπιαγωγεία και δημοτικά και πραγματικά βλέπεις τα μάτια των παιδιών να λάμπουν. Τα βλέπεις να ανθίζουν μέσα από αυτές τις διαδικασίες. Γιατί έρχονται σε επαφή με αυτό που είμαστε, κατά τη γνώμη μου, πραγματικά σχεδιασμένοι να κάνουμε: να παίζουμε, να γελάμε, να μαθαίνουμε, να εξερευνούμε, να βάζουμε τα χέρια μας στο χώμα και να δημιουργούμε κάτι».

Η διαδικασία είναι απλή, αλλά αποκαλυπτική. Τα παιδιά καλλιεργούν τα ίδια τα microgreens και στη συνέχεια τρώνε αυτό που δημιούργησαν. «Κάνουμε όλη τη διαδικασία μαζί. Φτιάχνουμε τα χώματα, σπέρνουμε, περιμένουμε, κόβουμε τα microgreens, φτιάχνουμε τη σαλάτα, τη χωρίζουμε στα πιατάκια μας και καθόμαστε όλοι μαζί να τη φάμε. Και τα παιδιά τρώνε τη σαλάτα τους με απίστευτη όρεξη», περιγράφει και εξηγεί πως το μυστικό δεν είναι να πείσεις ένα παιδί ότι κάτι είναι καλό για εκείνο, αλλά να το κάνεις μέρος της διαδικασίας.

«Πολλές φορές, οι δασκάλες με κοιτάνε με απορία και μου λένε, “Θανάση, δεν έχω ξαναδεί παιδί να τρώει σαλάτα με τόση όρεξη. Εμείς συνήθως, τσακωνόμαστε μαζί τους για να φάνε τη μισή σαλάτα που τους έχουν βάλει από το σπίτι. Πώς το έκανες;” Και η απάντηση είναι πάρα πολύ απλή, τους έδωσα έναν σημαντικό ρόλο. Τα έκανα involved με το φαγητό τους. Δεν έκανα το φαγητό ένα task. Δεν το έκανα ένα “πρέπει”. Δεν τους είπα “πρέπει να φας τη σαλάτα σου γιατί κάνει καλό”. Δεν τους έβαλα πίεση στο πόσο πρέπει να φάνε. Τους έδωσα την ευκαιρία να ανακαλύψουν πώς ακριβώς δημιουργείται το φαγητό τους και επειδή επένδυσαν χρόνο και ενέργεια στη δημιουργία του, συνδέθηκαν με αυτό και έτσι το απόλαυσαν».

«Δεν χρειάζεται να είσαι ατρόμητος»

Αν υπάρχει ένα μήνυμα που διατρέχει όλη την πορεία του, αυτό είναι η σχέση με τον φόβο και το ρίσκο. Ο νεαρός παραγωγός δεν λέει ότι η επιχειρηματικότητα είναι εύκολη ούτε ότι όλοι πρέπει να γίνουν επιχειρηματίες. Υποστηρίζει όμως πως ο φόβος της αποτυχίας δεν πρέπει να γίνεται μόνιμη δικαιολογία. «Θα τον έβαζα πρώτα να σκεφτεί ποια είναι τα πράγματα που έχει μετανιώσει περισσότερο μέχρι σήμερα στη ζωή του. Και θα τον ρωτούσα, αν είναι πράγματα που έκανες ή πράγματα που δεν έκανες. Γιατί νομίζω ότι αν κάτσουμε όλοι και το σκεφτούμε σοβαρά, τα περισσότερα πράγματα που μετανιώνουμε είναι αυτά που δεν κάναμε. Οι προσπάθειες που δεν κάναμε. Οι συζητήσεις που δεν κάναμε. Τα ρίσκα που δεν πήραμε. Τα όνειρα που αφήσαμε στην άκρη επειδή φοβηθήκαμε μήπως δεν βγουν. Και κάποια στιγμή πρέπει να καταλάβεις ότι ο χρόνος περνάει είτε επιχειρήσεις είτε όχι. Σε πέντε χρόνια θα είσαι πέντε χρόνια μεγαλύτερος έτσι κι αλλιώς. Η ερώτηση είναι αν τότε θα λες “το δοκίμασα και δεν βγήκε” ή “γαμώτο, ήθελα να το κάνω και δεν τόλμησα ποτέ”. Εγώ προτιμώ χίλιες φορές το πρώτο».

Ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι το ρίσκο δεν σημαίνει απερισκεψία. «Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι επιχειρηματικότητα δεν σημαίνει να κάνεις τον τρελό και να παίρνεις ρίσκα που μπορούν να καταστρέψουν όλη σου τη ζωή. Σημαίνει να μάθεις να παίρνεις ασύμμετρα ρίσκα. Δηλαδή να ρισκάρεις κάτι σχετικά μικρό για την πιθανότητα να κερδίσεις κάτι τεράστιο», αναφέρει, εξηγώντας ότι η ουσία βρίσκεται στο να περιορίζεις το πιθανό κόστος μιας αποτυχίας, χωρίς να περιορίζεις υπερβολικά την πιθανότητα μιας μεγάλης επιτυχίας.

Και κλείνει με μια φράση που συνοψίζει τη δική του φιλοσοφία: «Δεν χρειάζεται να είσαι ατρόμητος. Χρειάζεται να φοβάσαι και να το κάνεις έτσι κι αλλιώς, όταν έχει νόημα. Γιατί αν περιμένεις να έρθει η στιγμή που θα νιώθεις 100% έτοιμος, δεν θα ξεκινήσεις ποτέ. Να πιστεύεις στον εαυτό σου ακόμα και όταν οι συνθήκες δεν σου δείχνουν κανένα ιδιαίτερο δείγμα ότι θα έπρεπε. Ακόμα και όταν τα πράγματα δεν λειτουργούν. Ακόμα και όταν οι άνθρωποι γύρω σου, οι οποίοι υποτίθεται ότι “ξέρουν καλύτερα” επειδή είναι μεγαλύτεροι, πλουσιότεροι, πιο πετυχημένοι ή ακόμα και συγγενείς σου, σου λένε ότι δεν γίνεται. Εκεί, κάποιες φορές πρέπει απλώς να κλείνεις τα αυτιά σου».

Loading

Play