Ο Καραγκιόζης ζωντανεύει στο εργαστήριο σκιών «Κούζαρος» μέσα από φιγούρες, ιστορία και μυστικά της τέχνης

Ο Καραγκιόζης ζωντανεύει στο εργαστήριο σκιών «Κούζαρος» μέσα από φιγούρες, ιστορία και μυστικά της τέχνης

Κάθε καλοκαίρι, ο Καραγκιόζης επιστρέφει στις πλατείες στην αυθεντική του μορφή και ξανασυστήνει το Θέατρο Σκιών σε παιδιά και μεγάλους. Μέσα από τις παραστάσεις, οι μικρότεροι γνωρίζουν μια διαφορετική, ζωντανή μορφή διασκέδασης, ενώ οι μεγαλύτεροι γυρίζουν πίσω στη δική τους νιότη.

Σήμερα, η τέχνη του Θεάτρου Σκιών επιβιώνει χάρη στο μεράκι και την αυταπάρνηση μιας νεότερης γενιάς ανθρώπων του «μπερντέ», όπως η Σπυριδούλα Κούζη, κόρη και εγγονή των γνωστών καραγκιοζοπαικτών Σπύρου και Αναστάσιου «Κούζαρων», μαζί με τον σύζυγό της Γιώργο. Η τρίτη αυτή γενιά δεν περιορίζεται στις παραστάσεις, αλλά λειτουργεί και εκπαιδευτικό εργαστήριο, διδάσκοντας την ιστορία του Καραγκιόζη, την τέχνη του παιξίματος και την κατασκευή της περίτεχνης φιγούρας του Θεάτρου Σκιών.

Ο Γιώργης-Βύρων Δάβος βρέθηκε στο Εργαστήριο Σκιών «Κούζαρος» (www. ergastirioskiwnkouzaros.com) και παρακολούθησε από κοντά τη διαδικασία κατασκευής της φιγούρας του Καραγκιόζη, μαθαίνοντας την ιστορία τους και καταγράφοντας την προσπάθεια της νέας γενιάς να αναβιώσει την τέχνη. Η πρωτοβουλία βρίσκει ανταπόκριση από φορείς, όπως σχολεία και δήμοι, αλλά και από γονείς και παιδιά που αναζητούν δημιουργική απασχόληση, νέο ενδιαφέρον ή και θεραπευτική επαφή με το θέατρο σκιών, όπως αναφέρει η Σπυριδούλα Κούζη, μιλώντας για παιδιά με τραυλισμό που βελτιώθηκαν εντυπωσιακά μέσα από τα προγράμματα του εργαστηρίου.

Η αληθινή Ιστορία και πορεία του Καραγκιόζη

Η διαδρομή του Θεάτρου Σκιών στον ελληνικό χώρο δείχνει πώς μια κουλτούρα αφομοιώνει επιρροές από μια κοινή πολιτισμική λεκάνη και τις μεταπλάθει σε δικούς της αυθεντικούς τύπους. Αυτό συνέβη και με τον Καραγκιόζη, που, σύμφωνα με τη Σπυριδούλα και τις έρευνες του πατέρα της, του φιλόλογου και καραγκιοζοπαίχτη, συνδέεται με το ιστορικό πρόσωπο του στρατηγού Καρακούς, κουρδικής καταγωγής, ο οποίος πρωτοστάτησε στις Σταυροφορίες τον 12ο αιώνα και σταθεροποίησε την κυριαρχία του στην Αίγυπτο, φτάνοντας να γίνει και βεζίρης της.

Μετά την ύπουλη εκθρόνιση και τη διαπόμπευσή του από τον ανιψιό του, ιδρυτή της δυναστείας των Αγιουβιδών, η μορφή του Καρακούς κατέληξε να γίνει η καταγέλαστη φιγούρα του Καραγκιόζη. Η ανάγκη να πληγεί η δημοφιλία του ανάμεσα στο στράτευμα και στην κοινωνία αξιοποίησε τη φυσική του δυσμορφία, την καμπούρα και τα μακριά χέρια, για να μετατραπεί μια επιβλητική μορφή σε κωμικό χαρακτήρα. Η ιστορία, όμως, πήρε άλλη τροπή, καθώς η επιτυχία του Καραγκιόζη πέρασε πρώτα στην παράδοση των Οθωμανών και στη συνέχεια και στη δική μας.

Ο ιδιότυπος χαρακτήρας του Καραγκιόζη έχει ξεπεράσει γενιές και χρονολογίες, χωρίς να περιορίζεται από καμία ιστορική καταγωγή, και έχει περάσει στη λογοτεχνία, όπως στα κείμενα του Γ. Βλαχογιάννη, το «Της τέχνης τα φαρμάκια» ή τα δοκίμια του Ν. Εγγονόπουλου και του Γ. Κιουρτσάκη. Παρών είναι επίσης στο θέατρο, με το «Μεγάλο μας Τσίρκο» του Ι. Καμπανέλλη, στη ζωγραφική, στα έργα του Βάλια Σεμερτζίδη, και στη μουσική, στον Δ. Σαββόπουλο.

Υπάρχει σε όλες τις εποχές και σε όλους τους τόπους και κάθε φορά ξαναγεννιέται μέσα από τα χέρια και τη φωνή ενός μάστορα και τεχνίτη. Σε αντίθεση με τη σκηνή του θεάτρου, ο Καραγκιόζης βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το κοινό του, που δεν παρακολουθεί μόνο, αλλά συμμετέχει κιόλας στα γεγονότα της σκηνής, πετυχαίνοντας μια απόλυτη μέθεξη με την πλοκή.

Η Σπυριδούλα εξηγεί ότι τα έργα με ιστορική και μυθολογική πλοκή είναι τα πιο αγαπητά, επειδή οι μικροί θεατές βλέπουν στο πανί μορφές γνωστών ηρώων της Επανάστασης, τον Ηρακλή ή τον Μεγαλέξανδρο. Δεν είναι τυχαίο, λέει η ίδια, ότι ο πιο δημοφιλής χαρακτήρας μετά τον Καραγκιόζη είναι ο Μπαρμπα-Γιώργης, χαρακτήρας που εισήγαγε πρώτος ο καραγκιοζοπαίχτης Ρούλιας, ενώ ακολουθούν οι ήρωες της Επανάστασης και ο Μεγαλέξανδρος.

Οι φιγούρες του Θεάτρου Σκιών και το υλικό τους

Όπως εξηγεί η Σπυριδούλα, η κατασκευή των φιγούρων του θεάτρου σκιών έχει πλουραλισμό που εξαρτάται τόσο από τον καλλιτέχνη όσο και από την εποχή και το υλικό. Το πρώτο υλικό που χρησιμοποιήθηκε ήταν το χαρτόνι, πάχους 25-35 εκατοστών, επειδή ήταν φθηνό και εύχρηστο, ιδιαίτερα όταν μια παράσταση πρέπει να στηθεί γρήγορα.

Ο Γιώργος εξηγεί ότι η χαρτονένια φιγούρα δεν χρειάζεται να είναι απαραίτητα έγχρωμη, αρκεί να έχει επενδυθεί ώστε να μην απορροφά υγρασία. Το πατρόν, ή αλλιώς μήτρα, δίνει το εξωτερικό σχήμα και τα εσωτερικά σκαλίσματα, ενώ το σχέδιο περνά πάνω στο χαρτόνι με βάση τα ανατομικά και ατομικά χαρακτηριστικά κάθε φιγούρας, πριν χαραχτεί και κοπεί για να ακολουθήσει το σκάλισμα πάνω σε μάρμαρο και σε άλλο χαρτόνι.

Μια άλλη κατηγορία είναι οι «φιγούρες σάντουιτς», που πήραν το όνομά τους από την τεχνική κατασκευής τους. Φτιάχνονται δύο φορές, ως δύο όμοιες φιγούρες, και ανάμεσά τους μπαίνουν χρωματιστές ζελατίνες πριν ενωθούν με κόλλα. Πρόκειται για από τις πιο εντυπωσιακές φιγούρες, που εκτός από τις παραστάσεις χρησιμοποιούνται και ως διάκοσμος μπροστά από τη σκηνή.

Επειδή η τέχνη του καραγκιοζοπαίχτη είναι η τέχνη του φτωχού, οι φιγούρες μπορούν να φτιαχτούν από ό,τι υλικό περισσεύει, με λίγο χαρτόνι για τον κορμό, που είναι το μεγαλύτερο κομμάτι, και λίγη ζελατίνη για τη φουστανέλα. Αυτές οι μικτές φιγούρες, όπως λέει η Σπυριδούλα, είναι και η «μαγεία του Καραγκιόζη», γιατί όλα πρέπει να γίνουν εκ των ενόντων, μόνος σου και γρήγορα, για να μπορέσεις να βιοποριστείς.

Οι δερμάτινες φιγούρες, που πρωτοεισήχθησαν το 1920 αρχικά σε δέρμα καμήλας, είναι οι πιο εντυπωσιακές, αλλά και οι πιο δύσκολες στην κατεργασία τους, γιατί απαιτούν λείανση. Ωστόσο, τα χρώματα σε αυτές είναι εντονότερα και, όπως επισημαίνει η Σπυριδούλα, «έχουν μια χαρακτηριστική μυρωδιά που σου αποτυπώνεται για πάντα».

Σήμερα, όπως λένε η Σπυριδούλα και ο Γιώργος, χρησιμοποιείται αυτό που ο παππούς της αποκαλούσε «διαφανή ουσία»: το πολυπροπυλένιο ή «τάπερ». Παρότι είναι λίγο πιο ακριβό από το χαρτόνι, επεξεργάζεται πολύ πιο γρήγορα.

Ο Γιώργος επισημαίνει ότι η διαδικασία ξεκινά πάντα από το μάτι και τα εσωτερικά χαρακτηριστικά του προσώπου, δηλαδή το μάτι, τα μαλλιά, τη μύτη και το στόμα, και στη συνέχεια προχωρά προς τα κάτω. Όταν σκαλίζεται το μάτι ή το φρύδι, η φιγούρα γυρίζει και χτυπιέται και από την άλλη πλευρά, ώστε το σκάλισμα να είναι ομοιόμορφο και στις δύο όψεις.

Ιδιαίτερο ρόλο έχουν και τα κοπίδια που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή της φιγούρας: άλλα είναι για στρογγυλά κοψίματα, ώστε να περάσουν οι σούστες ή τα δίχαλα, και άλλα μικρότερα ή μεγαλύτερα ανάλογα με το μέγεθος της φιγούρας, ενώ χτυπιούνται με το σφυρί πάντα από το πλάι. Ο Γιώργος θυμάται ότι παλαιότερα οι καλλιτέχνες έφτιαχναν μόνοι τους τα κοπίδια από ατσάλινες ράγες ή πρόκες, τις οποίες πύρωναν και χτυπούσαν μέχρι να γίνουν κοφτερές. Προσθέτει και μια γνώριμη συμβουλή για τους πιο έμπειρους τεχνίτες: να υπάρχει πάντα κοντά ένα σαπουνάκι, ώστε το κοπίδι να γλιστρά πιο εύκολα και να μαλακώνει το χαρτόνι.

Η ζωγραφική της φιγούρας και τα χρώματα

Πριν αρχίσει το βάψιμο, ο Γιώργος εξηγεί ότι η φιγούρα περνιέται με λευκό πλαστικό, ώστε το κάθε χρώμα που θα μπει από πάνω να «πατήσει» σωστά, να δείχνει όμορφο και να προστατεύεται το χαρτόνι. Για τη ζωγραφική χρησιμοποιούνται κυρίως υδατοδιαλυτά χρώματα, όπως ακρυλικά ή τέμπερες, ενώ στα παιδιά που μαθαίνουν την τέχνη δίνουν λεπτούς μαρκαδόρους μέχρι να σταθεροποιηθεί το χέρι τους και να μπορούν να κρατούν πινέλα.

Όπως και το σκάλισμα, έτσι και η ζωγραφική της φιγούρας χρειάζεται συγκεκριμένα στάδια: ξεκινά από το πρόσωπο και τις λεπτομέρειες, όπως στο μουστάκι του Μπάρμπα-Γιώργου, όπου μένουν λευκό, μαύρο ή καφέ για να φαίνεται πλούσιο, και συνεχίζει προς τα κάτω. Τα χρώματα δουλεύονται με σκίαση και πάντα προς μία κατεύθυνση, από πάνω προς τα κάτω ή από αριστερά προς τα δεξιά, ώστε να απλωθούν ομοιόμορφα και να μην φαίνονται ατέλειες όταν η φιγούρα βγει στο πανί.

Ο ίδιος τονίζει ότι βασικός γνώμονας είναι το φως της σκηνής, που περνά μέσα από τα σκαλίσματα. Όπου δεν υπάρχει σκάλισμα, χρειάζονται έντονα χρώματα που τραβούν το μάτι, ενώ αποφεύγονται τα πολύ σκούρα, όπως το μαύρο ή το σκούρο καφέ, στο σώμα των ηρώων, γιατί σκοτεινιάζουν τη φιγούρα πίσω από το πανί· αντίθετα, προτιμώνται ανοιχτές αποχρώσεις. Υπάρχουν επίσης παραδοσιακά χρώματα που πρέπει να τηρούνται, όπως τα κόκκινα τσαρούχια του Μπάρμπα-Γιώργου και η λευκή φούντα.

Η τελική πράξη της «αποθέωσης»

Ιδιαίτερα εντυπωσιακές είναι, σύμφωνα με τη Σπυριδούλα, οι περίτεχνες «φιγούρες αποθεώσεως», που χρησιμοποιούνται στο τέλος της παράστασης και δίνουν φαντασμαγορικό χαρακτήρα στη λύση της πλοκής, όταν ο ήρωας είτε «αποδημεί» και ένας άγγελος παίρνει την ψυχή του είτε στεφανώνεται από κάποια θεία δύναμη. Σε αυτές, το «φιλέτο», δηλαδή το περίγραμμα, γίνεται συχνά με άσπρο μελάνι και τα σκαλίδια είναι πολύ έντονα, ώστε να προκαλείται δέος στον θεατή.

Η Σπυριδούλα λέει ακόμη πως παλιά οι καραγκιοζοπαίχτες χρησιμοποιούσαν πολύ την αποθέωση πίσω από τον μπερντέ, αλλά μπορούσαν να μεταμφιέζονται και οι ίδιοι και να βγαίνουν μαζί με τους βοηθούς μπροστά από τον μπερντέ. Συνήθως διάλεγαν μικρά όμορφα παιδιά, τα έντυναν με χλαμύδες και στεφάνια από χαρτόνι και τους έδιναν να απαγγείλουν ένα ποίημα, όπως το «Πριν έμβω εις το ποίημα ηρώων των Ελλήνων…». Είναι, όπως λέει, μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές στο θέατρο σκιών.

Το Θέατρο Σκιών και ο Καραγκιόζης συνθέτουν έναν αξιοπρόσεκτο συγκρητισμό, όπου συνυπάρχουν εξωπραγματικά στοιχεία και πραγματικά πρόσωπα, το χονδροειδές και το παιδιάστικο μαζί με το υψηλό της κωμικής τέχνης, η ηθογραφία με την Ιστορία. Η φιγούρα του Καραγκιόζη και οι υπόλοιπες δεν καθορίζονται από την ιστορία που αναπαρίσταται στον μπερντέ, αλλά μπαινοβγαίνουν σε αυτήν, δεν υποτάσσονται στη δράση και δημιουργούν μια «διαδοχή πινάκων», όπως έλεγε και ο Diderot για το θέατρο, χρησιμοποιώντας την ιστορία ως υπόβαθρο για να ξεδιπλώσουν τον χαρακτήρα τους.

Έτσι, το Θέατρο Σκιών έχει και ξεχωριστό διδακτικό χαρακτήρα. Διασώζει τον λαϊκό πολιτισμό και κρατά ζωντανό το άδολο και αυθεντικό του βλέμμα, ενώ παράλληλα αναβιώνει ιστορικά γεγονότα και βοηθά στη διαμόρφωση συλλογικής ταυτότητας και στην κατανόηση της πολιτιστικής ιδιαιτερότητας.

Σε μια εποχή όπου το μάτι του αστικοποιημένου και τεχνοκρατικού ανθρώπου έχει απομακρυνθεί από τον λαϊκό και επαρχιακό πολιτισμό και η ψηφιακή εποχή έχει ομογενοποιήσει συμπεριφορές, γλωσσικούς κώδικες, συλλογικούς τύπους και κοινωνικούς χαρακτήρες, ο Καραγκιόζης προσθέτει έναν ακόμη πλούτο: θυμίζει τις παλιότερες διαφορές που υπήρχαν στις περιοχές, στις κοινωνίες, στα ήθη και στη γλώσσα της ελληνικής κοινωνίας, διατηρώντας την πολύμορφη ταυτότητά της.

Loading

Play