Η σταφίδα υπήρξε για δεκαετίες ο «χρυσός του Αυγούστου» στην ελληνική ύπαιθρο, με εικόνες από απλωμένα πανιά, αλώνια και την επεξεργασία στα ιστορικά κτίσματα του ΑΣΟ. Για σχεδόν δύο αιώνες συνδέθηκε στενά με την Ιστορία, την οικονομία και τους κοινωνικούς αγώνες της χώρας, ενώ σήμερα η καλλιέργειά της έχει περιοριστεί σε λίγες περιοχές και η πορεία της αποτυπώνει άμεσα τις μεταβολές στην παραγωγή και στα έσοδα.
Η καλλιέργεια της σταφίδας ξεκίνησε συστηματικά και σε μεγάλες εκτάσεις αμέσως μετά την αποχώρηση του Ιμπραήμ από την Πελοπόννησο, το 1827.
Όπως σημειώνει ο συγγραφέας και ιστορικός Βύρων Δάβος, από το 1822 είχαν ήδη αρχίσει προστριβές στους σταφιδώνες της Παλαιάς Πάτρας ανάμεσα στους ιδιοκτήτες νέων κτημάτων που εγκατέλειπαν οι Τούρκοι, στους στρατιώτες και στην κεντρική διοίκηση, με τον Φ. Κολοκοτρώνη να παρεμβαίνει με επιστολή του για τον τρόπο τρύγου και διανομής των κερδών. Η κυβέρνηση του Ιω. Καποδίστρια προσπάθησε να αντικαταστήσει τη σταφίδα με την καλλιέργεια της πατάτας, όμως η αποστολή του γεωπόνου Χριστόφορου Καρτερού τον Δεκέμβριο του 1829, με στόχο να αποδείξει ότι η πατάτα ήταν πιο προσοδοφόρα, έφερε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα.
Παρά τις αβέβαιες προοπτικές, τις καιρικές μεταβολές και τις διακυμάνσεις σε τιμή και απόδοση, τα καλλιεργήσιμα εδάφη αυξήθηκαν ραγδαία. Οι ευνοϊκές συνθήκες, ιδιαίτερα μετά τη φυλλοξήρα που έπληξε τα γαλλικά αμπέλια και τη μεγάλη ζήτηση στην Αγγλία, ανέδειξαν τη σταφίδα σε «χρυσοφόρο προϊόν», με την περιοχή του κάμπου της Γαστούνης στην Ηλεία να θεωρείται «πρωτεύουσα» της σταφίδας και τον Πύργο να γνωρίζει μεγάλη ακμή, συναγωνιζόμενος την Πάτρα, τη Σύρο και την Αθήνα. Τα κέρδη έφεραν πλουτισμό, άνοιγμα στο εμπόριο και στα θεάματα, αλλά και σπατάλη και επίδειξη, ενώ το 1885 στη χάραξη του νεοσύστατου ελληνικού σιδηροδρόμου εντάχθηκε και η γραμμή Πύργου-Κατακώλου, από όπου γίνονταν απευθείας εξαγωγές στο εξωτερικό. Όταν όμως η μεγάλη κρίση του 1884 ανέτρεψε τα δεδομένα, ξένος περιηγητής σημείωνε πως «οι κάτοικοι της Ηλείας ελησμόνησαν το όνειρο του Φαραώ», ενώ η εφημερίδα «Τάξις» καλούσε τους Πατρινούς να προσέξουν τον μαρασμό του Πύργου.
Η ένταση της καλλιέργειας αυξήθηκε και μετά την ψήφιση του νόμου περί προικοκτησιών, αλλά μαζί της παγιώθηκε και η τοκογλυφία.
Με τις οδηγίες του 1831 για τη δημοπρασία του εισοδήματος των σταφιδάμπελων και τους όρους ενοικίασης και αποπληρωμής σε δύο δόσεις, δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για να εμφανιστούν και να παγιωθούν οι παθογένειες, καθώς η έλλειψη οργάνωσης, κρατικής μέριμνας και ρευστότητας ανάγκαζε τους μικροκαλλιεργητές να καλύπτουν μόνοι τους τα έξοδα της παραγωγής. Έτσι, η τοκογλυφία εξελίχθηκε σε γάγγραινα που για περισσότερο από έναν αιώνα καταδυνάστευσε την ελληνική ύπαιθρο, φέρνοντας φτώχεια, θανάτους και μαζική μετανάστευση, ενώ η απουσία Αγροτικής Τράπεζας και φορολογικών ή δανειοληπτικών διευκολύνσεων άφηνε τους φτωχούς παραγωγούς εκτεθειμένους στους δανειστές με τους υπέρογκους τόκους. Παράλληλα, η μονοκαλλιέργεια της σταφίδας έφερε ακρίβεια σε άλλα προϊόντα, με τον Τύπο του 1840 να γράφει ότι το ψωμί ήταν ακριβό, ο αραβόσιτος κόστιζε 15 λεπτά το βατσέλι, τα μεροκάματα έμεναν στη μία δραχμή την ημέρα και η εξεύρεση εργατικών χεριών γινόταν δύσκολη.
Τα πρώτα σοβαρά σύννεφα εμφανίστηκαν στη δεκαετία του 1850. Παρότι η καρποφορία και οι εξαγωγές είχαν φτάσει σε υψηλό σημείο και οι εκτάσεις συνέχιζαν να μεγαλώνουν, τα έξοδα, τα χρέη και η απαγόρευση στους χωρικούς να αγοράζουν απευθείας από τους παραγωγούς σιτάρι, κρασί, αραποσίτι και άλλα είδη έσπρωξαν την κατάσταση στα άκρα. Από το 1855 η τιμή καθοριζόταν από τοπικούς παράγοντες και αντιπροσώπους σταφιδικών συλλόγων, όμως οι κακές χρονιές του 1857, η μεγάλη καταιγίδα της 14ης Αυγούστου 1859 και κυρίως το 1888 οδήγησαν το ζήτημα σε αδιέξοδο. Τότε μεγάλα πλήθη συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Δημαρχίας στον Πύργο, ζητώντας μέτρα, ενώ ακολούθησαν κινήσεις καταστολής της τοκογλυφίας και συλλήψεις από τον νεαρό ανθυπομοίραρχο Πύργου Μιλτιάδη Έβερτ, που από τον Νοέμβριο του 1889 έως τον Απρίλιο του 1890 συνέλαβε περίπου 300 φυγόδικους. Παρ’ όλα αυτά, το σταφιδικό ζήτημα παρέμεινε ανοιχτό, με νέο συλλαλητήριο τον Σεπτέμβριο του 1893 και ψήφισμα προς τον Αντιβασιλέα, ενώ το ίδιο έτος η αποκατάσταση των γαλλικών αμπελώνων από τη φυλλοξήρα, που είχε ξεκινήσει το 1875, βοήθησε την ελληνική παραγωγή για την επόμενη δεκαπενταετία. Το 1895 οι εξεγερμένοι παραγωγοί αποφάσισαν να αντισταθούν στις διώξεις των αρχών και να μην παραδίδουν τον καρπό στους δανειστές, ενώ η αυξημένη ζήτηση από τη Ρωσία και η «παρακράτηση» του 15% της εξαγόμενης σταφίδας από τα Τελωνεία έφεραν προσωρινή ανάκαμψη της αγοράς.
Ο νέος αιώνας άρχισε ακόμη πιο δυσοίωνα και πιο «αγωνιστικά». Το 1903 ξέσπασε νέα αναταραχή γύρω από το σταφιδικό ζήτημα, με επίκεντρο την αποτυχία του «Μονοπωλίου», ιδιαίτερα στην Ηλεία, ενώ η σκληρή στάση που ζήτησε ο υπουργός Εσωτερικών Ν. Λεβίδης στα συλλαλητήρια οδήγησε σε επεισόδια, την απομάκρυνσή του και ανασχηματισμό της κυβέρνησης. Το 1904 η κυβέρνηση έστειλε στρατιωτική δύναμη στον Πύργο για να συνδράμει τη χωροφυλακή, καθώς οι διαμαρτυρίες συνεχίζονταν μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους. Στα μέτρα που προωθήθηκαν περιλαμβάνονταν η ίδρυση της Σταφιδικής Τράπεζας από την κυβέρνηση Θεοτόκη και, από το 1905, η θέσπιση της «Ενιαίας», της Προνομιούχου Εταιρείας για την Προστασία και Εμπορία της Σταφίδας. Ωστόσο, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Μικρασιατική Εκστρατεία, οι συνεχείς υποτιμήσεις της τιμής και οι καιρικές καταστροφές επιδείνωσαν την κατάσταση, παρά τις πρωτοβουλίες του 1918 με τις Συνεταιριστικές Ενώσεις της Εθνικής Τράπεζας και του 1925 με τον Ανώνυμο Σταφιδικό Οργανισμό (ΑΣΟ).
Το αποκορύφωμα ήρθε με τον παγετό του Μαρτίου 1931, που κατέστρεψε τα πάντα και όξυνε την απελπισία των σταφιδοπαραγωγών, οι οποίοι ζήτησαν ελάφρυνση της φορολογίας στο προϊόν, μικρή φορολόγηση του πόσιμου οινοπνεύματος και αποζημίωση σε κλιμακωτό σύστημα. Παρά τη διαμεσολαβητική αποστολή του υπουργού Παιδείας Γ. Παπανδρέου, η κυβέρνηση Βενιζέλου δεν έκανε δεκτά τα αιτήματα, με αποτέλεσμα να κλιμακωθούν οι εντάσεις και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους να σημειωθεί πρωτοφανής καταστολή ειρηνικού συλλαλητηρίου από την έφιππη χωροφυλακή, γεγονός που προκάλεσε μεγάλη αίσθηση στον Τύπο. Οι διεκδικήσεις συνεχίστηκαν έως το 1936, όταν η δικτατορία Μεταξά και ο Πόλεμος έβαλαν τέλος στη συνδικαλιστική δράση. Μεταπολεμικά, η καλλιέργεια της σταφίδας πέρασε σε δεύτερο πλάνο και συρρικνώθηκε ουσιαστικά μετά τον αναδασμό του 1970, όταν η μετατροπή της ιδιότητας του σταφιδοκαλλιεργητή σε γεωργό και του γεωργού σε κτηματία οδήγησε και τους τελευταίους καλλιεργητές να αλλάξουν παραγωγή.
Σήμερα, η ελληνική σταφιδοπαραγωγή εξάγεται σε 45 χώρες, όμως οι καλλιεργούμενες εκτάσεις μειώνονται συνεχώς και η τιμή της καταγράφει όλο και μεγαλύτερη πτώση. Η ζήτηση στην Ευρώπη έχει ανακάμψει λόγω της αναβάθμισης της διατροφικής της αξίας, αλλά δεν καλύπτεται επαρκώς, ενώ ο ανταγωνισμός από την Τουρκία, το Καζακστάν και άλλες τρίτες χώρες δεν εξασφαλίζει ικανοποιητικά έσοδα στους Έλληνες παραγωγούς. Η Διεπαγγελματική Ένωση παραγωγών της Κορινθιακής Σταφίδας συνεχίζει να διεκδικεί όχι μόνο καλύτερες τιμές, αλλά και τη διάσωση ενός προϊόντος, ιδίως της μαύρης σταφίδας, που κάποτε δικαίως ονομαζόταν «ο χρυσός της Ελλάδος».
Γιώργης -Βύρων Δάβος
ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ Νικήτας Κώτσιαρης
![]()
