Τον Ιούλιο του 2024, η Αθήνα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια συνθήκη που μέχρι πριν από λίγα χρόνια φάνταζε σχεδόν αδιανόητη. Για 17 συνεχόμενες ημέρες η μέγιστη θερμοκρασία ξεπερνούσε τους 37 °C, ενώ για 11 νύχτες ο υδράργυρος δεν έπεσε κάτω από τους 30°C, με τα στοιχεία του μετεωρολογικού σταθμού του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών στο Θησείο να δείχνουν ότι ο καύσωνας δεν σταματούσε τη νύχτα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση στη ΔΕΘ — Δείτε το videoΗ υπερβολική ζέστη διαταράσσει τη φυσιολογική αλληλουχία των σταδίων του ύπνου.
Καθώς οι θερμές νύχτες πληθαίνουν, ένα νέο ερώτημα απασχολεί την επιστημονική κοινότητα: μπορεί η απώλεια ύπνου λόγω της κλιματικής αλλαγής να εξελιχθεί σε νέα, παγκόσμια απειλή για την υγεία;
Μελέτες για τις νυχτερινές συνθήκες στην Αθήνα, βασισμένες σε στοιχεία από το ιστορικό αρχείο του ΕΑΑ, δείχνουν ξεκάθαρη επιδείνωση: σύμφωνα με άρθρο της δρος Δήμητρας Φουντά που δημοσιεύτηκε στον Κόμβο Επιστημονικής Πληροφόρησης ClimateHub, την περίοδο 1960-1999 περίπου το 23% των θερινών νυχτών χαρακτηριζόταν από θερμικό στρες.
Στο διάστημα 2000-2024, το ποσοστό αυτό σχεδόν διπλασιάστηκε και έφτασε το 45,2%. Ο καύσωνας του 1987 είχε πολύ υψηλές θερμοκρασίες για οκτώ συνεχόμενες ημέρες, όμως τις νυχτερινές ώρες η θερμοκρασία υποχωρούσε αισθητά.
Αυτό δεν συμβαίνει στα επεισόδια των τελευταίων ετών, όπου η θερμοκρασία παραμένει σε υψηλά επίπεδα ακόμα και τη νύχτα, εμποδίζοντας τον ανθρώπινο οργανισμό να ανακάμψει από τη θερμική καταπόνηση της ημέρας, σημειώνει η δρ Φουντά, διευθύντρια Ερευνών στο Ινστιτούτο Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών.
Το χάσμα και τα λαϊκά στρώματα
Σύμφωνα με μελέτη για τις Διαδοχικές ώρες θερμικής καταπόνησης στην Αθήνα με βάση τον Παγκόσμιο Θερμικό Κλιματικό Δείκτη (Universal Thermal Climate Index, UTCI) από το 1960 έως το 2024, που εκπόνησαν η Δήμητρα Φουντά και ο δρ Γιώργος Καταβούτας, τη δεκαετία του 1960 καταγράφονταν στην πρωτεύουσα έως και 65 νύχτες χωρίς θερμική καταπόνηση, ενώ μετά το 2020 υπάρχουν καλοκαίρια με μόλις 15 πραγματικά άνετες καλοκαιρινές νύχτες.
Όπως εξηγεί η ερευνήτρια στο ClimateHub, ο αριθμός των τροπικών νυχτών σε διάφορες ελληνικές πόλεις έχει αυξηθεί από +2.8 έως +6.2 ανά δεκαετία από το 1960, με τη μεγαλύτερη αύξηση στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, ενώ η συχνότητα των σύνθετων φαινομένων – δηλαδή της επικράτησης ακραίων θερμοκρασιών και την ημέρα και τη νύχτα – είναι από διπλάσια έως τριπλάσια σε σχέση με τη δεκαετία του 1980.
Είναι ένα πολύ σοβαρό φαινόμενο που η εξέλιξή του δεν έχει ακόμη μελετηθεί, διότι είναι πρωτόγνωρο. Δεν έχουμε δεδομένα για τις συνέπειές του αλλά θα τις δούμε σύντομα, λέει στα ΝΕΑ η δρ Δήμητρα Φουντά. Μπορούμε να αντέξουμε μια νύχτα αϋπνίας, όμως δεν έχει διερευνηθεί τι σημαίνει μια συνεχής κατάσταση έλλειψης ύπνου ή διακοπτόμενου ύπνου, προσθέτει.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, κατά τη διάρκεια της νύχτας, ο οργανισμός μειώνει τη θερμοκρασία του σώματος και ενεργοποιεί κρίσιμες διαδικασίες αποκατάστασης. Η υπερβολική ζέστη δυσκολεύει αυτή τη φυσιολογική μετάβαση, αυξάνοντας τον καρδιακό ρυθμό και την εφίδρωση και διαταράσσοντας τη φυσιολογική αλληλουχία των σταδίων του ύπνου.
Το πρόβλημα είναι παγκόσμιο. Πρόσφατη ανάλυση για περισσότερες από 1.300 πόλεις υπολόγισε ότι την περίοδο 2020-2025 κάθε κάτοικος έχανε κατά μέσο όρο σχεδόν 56 ώρες ύπνου τον χρόνο εξαιτίας της νυχτερινής ζέστης. Στη Βρετανία, κατά τη διάρκεια του καύσωνα του Ιουνίου, τα δύο τρίτα των ερωτώμενων δήλωσαν ότι δυσκολεύονταν να κοιμηθούν, ενώ οι μελέτες αναδεικνύουν το πρόβλημα ως βαθιά κοινωνικό με πρώτα θύματα τα φτωχά λαϊκά στρώματα του πλανήτη.
Premium έκδοση Τα ΝΕΑ
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
