Κλιματιστικό ή ανεμιστήρας; Τι βοηθά περισσότερο στον ύπνο τις ζεστές νύχτες

Κλιματιστικό ή ανεμιστήρας; Τι βοηθά περισσότερο στον ύπνο τις ζεστές νύχτες

Κλιματιστικό ή ανεμιστήρας; Το ερώτημα επιστρέφει κάθε καλοκαίρι, όταν οι ζεστές νύχτες κάνουν τον ύπνο δύσκολο. Η απάντηση, σύμφωνα με όσα δείχνει η επιστήμη, εξαρτάται κυρίως από το αν η συσκευή κρατά το σώμα στη σωστή θερμοκρασία.

Τις ζεστές νύχτες του καλοκαιριού, το δίλημμα είναι γνωστό: να ανοίξουμε το κλιματιστικό ή να περιοριστούμε στον ανεμιστήρα; Πολλοί αποφεύγουν το air condition επειδή φοβούνται ξηρό λαιμό ή πιασμένους μύες και θεωρούν ότι ο ανεμιστήρας αρκεί για έναν δροσερό ύπνο. Άλλοι πάλι προτιμούν το κλιματιστικό. Η βασική διαφορά είναι ότι ο ένας δροσίζει πραγματικά τον χώρο, ενώ ο άλλος ενισχύει την αίσθηση δροσιάς.

Για να κοιμηθεί φυσιολογικά, το σώμα χρειάζεται να ρίξει ελαφρά τη θερμοκρασία του. Όταν το υπνοδωμάτιο είναι πολύ ζεστό, αυτή η διαδικασία δυσκολεύει.

Έτσι, χρειαζόμαστε περισσότερη ώρα για να αποκοιμηθούμε, μπορεί να ξυπνάμε συχνότερα μέσα στη νύχτα και να περνάμε λιγότερο χρόνο στα βαθύτερα στάδια του ύπνου, που είναι απαραίτητα για τη σωματική και πνευματική αποκατάσταση.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, για τους περισσότερους υγιείς ενήλικες η ιδανική θερμοκρασία του υπνοδωματίου είναι περίπου 18°C, ενώ γενικά προτείνεται να κυμαίνεται μεταξύ 16 και 20°C, ανάλογα με τις ατομικές προτιμήσεις.

Ο ανεμιστήρας δεν κατεβάζει τη θερμοκρασία του δωματίου. Δημιουργεί όμως ρεύμα αέρα που βοηθά τον ιδρώτα να εξατμιστεί πιο γρήγορα από το δέρμα, ενισχύοντας τον φυσικό μηχανισμό ψύξης του οργανισμού.

Σε ένα σχετικά ζεστό δωμάτιο, αυτό μπορεί να αρκεί για να νιώσουμε πιο άνετα και να κοιμηθούμε πιο εύκολα.

Όταν όμως επικρατεί καύσωνας και η θερμοκρασία παραμένει πολύ υψηλή, ο ανεμιστήρας έχει περιορισμένη αποτελεσματικότητα, αφού απλώς ανακυκλώνει τον ήδη ζεστό αέρα.

Το κλιματιστικό έχει το πλεονέκτημα ότι μειώνει πραγματικά τη θερμοκρασία του χώρου.

Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να διαμορφώσει συνθήκες που ευνοούν πιο ποιοτικό ύπνο, ειδικά στις πολύ ζεστές καλοκαιρινές νύχτες ή σε περιόδους καύσωνα.

Οι ειδικοί, πάντως, συστήνουν να μην επιλέγονται υπερβολικά χαμηλές θερμοκρασίες. Ένα δωμάτιο που είναι πολύ κρύο μπορεί επίσης να διαταράξει τον ύπνο ή να προκαλέσει δυσφορία μέσα στη νύχτα.

Δεν φταίει απαραίτητα το κλιματιστικό.

Η συνεχής ροή ψυχρού και ξηρού αέρα μπορεί να μειώσει την υγρασία του χώρου, κάτι που σε ορισμένους ανθρώπους προκαλεί ξηρότητα στον λαιμό, τη μύτη ή τα μάτια.

Ο κίνδυνος περιορίζεται όταν το φίλτρο του κλιματιστικού καθαρίζεται τακτικά, η θερμοκρασία δεν πέφτει υπερβολικά χαμηλά και ο αέρας δεν κατευθύνεται απευθείας προς το πρόσωπο ή το σώμα κατά τη διάρκεια του ύπνου.

Δεν υπάρχει μία απάντηση που να ισχύει για όλους.

Αν η θερμοκρασία του δωματίου είναι σχετικά ανεκτή, ένας ανεμιστήρας μπορεί να προσφέρει αρκετή δροσιά, καταναλώνοντας παράλληλα πολύ λιγότερη ηλεκτρική ενέργεια.

Όταν όμως η θερμοκρασία μένει υψηλή, ιδιαίτερα σε συνθήκες καύσωνα, το κλιματιστικό είναι συνήθως πιο αποτελεσματικό, καθώς μπορεί να επαναφέρει το υπνοδωμάτιο σε επίπεδα που ευνοούν τον φυσιολογικό ύπνο.

Ανεξάρτητα από το ποια συσκευή χρησιμοποιείτε, μερικές απλές συνήθειες μπορούν να βοηθήσουν στις πιο δροσερές νύχτες:

  • Αερίστε το σπίτι αργά το βράδυ ή νωρίς το πρωί, όταν πέφτει η θερμοκρασία.
  • Κλείστε κουρτίνες ή παντζούρια μέσα στην ημέρα για να περιορίσετε τη ζέστη.
  • Προτιμήστε ελαφριά βαμβακερά σεντόνια και πιτζάμες.
  • Αποφύγετε τα πολύ βαριά γεύματα και το αλκοόλ λίγο πριν από τον ύπνο, καθώς αυξάνουν τη θερμοκρασία του σώματος.

* Πηγή: Vita

Πηγή περιεχομένου: in.gr

Loading

Play