Η φετινή ΔΕΘ θα κριθεί από το αποτύπωμα στην τσέπη του πολίτη και στο ταμείο της επιχείρησης, σημειώνει σε δήλωσή του ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς, Βασίλης Κορκίδης. Το ύψος και η διάρκεια του πακέτου έως το 2030, όπως λέει, έχουν σημασία μόνο αν φανεί άμεσα η επίδρασή τους στην πραγματική οικονομία.
Αναλυτικά, ο κ. Κορκίδης αναφέρει:
Η φετινή 90ή Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης δεν είναι απλώς το βήμα των ετήσιων οικονομικών εξαγγελιών των πολιτικών αρχηγών, αλλά η αφετηρία μιας μακράς προεκλογικής περιόδου, καθώς οι εθνικές εκλογές έχουν τοποθετηθεί για την άνοιξη του 2027. Έτσι, η κυβέρνηση καλείται στη ΔΕΘ να διαχειριστεί μια δύσκολη πολιτική και οικονομική εξίσωση με γνωστές παραμέτρους και άγνωστες μεταβλητές, όπως η δημοσιονομική σταθερότητα, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, η στήριξη της μικρομεσαίας επιχείρησης και η κοινωνική ανταπόδοση στη μεσαία τάξη. Η σωστή λύση, όπως επισημαίνει, είναι μια πειστική οικονομική πρόταση για την επόμενη ημέρα.
Πηγή Φωτό: ΕΒΕΠ
Η πρώτη βασική παράμετρος της εξίσωσης είναι ο δημοσιονομικός χώρος. Η ελληνική οικονομία έχει πλέον διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνα της προηγούμενης δεκαετίας, όμως εξακολουθεί να λειτουργεί μέσα σε συγκεκριμένους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες και σε ιδιαίτερα αβέβαιο διεθνές περιβάλλον. Η κυβέρνηση συνδέει το περιθώριο των παρεμβάσεων με την ανάπτυξη, τα πρόσθετα έσοδα από την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και τη διατήρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων. Γι’ αυτό και η ΔΕΘ δεν μπορεί να μετατραπεί σε διαγωνισμό παροχών, αλλά σε πεδίο για μόνιμες, ρεαλιστικά κοστολογημένες και παραγωγικές παρεμβάσεις.
Η δεύτερη μεταβλητή είναι το εύρος της στήριξης προς τη μεσαία τάξη και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Εκεί βρίσκεται, σύμφωνα με τον ίδιο, το δυσκολότερο κομμάτι της εξίσωσης. Η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών δεν περνά πάντα με την ίδια ένταση στο ταμείο μιας μικρής επιχείρησης και στο διαθέσιμο εισόδημα ενός νοικοκυριού, ενώ η ακρίβεια, το ενεργειακό κόστος, η περιορισμένη πρόσβαση πολλών ΜμΕ σε τραπεζική χρηματοδότηση, οι φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις και το αυξημένο λειτουργικό κόστος συνεχίζουν να πιέζουν την αγορά.
Γι’ αυτό το πακέτο της ΔΕΘ αναμένεται να δώσει βάρος σε φορολογικές και ασφαλιστικές ελαφρύνσεις για τη μεσαία τάξη, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τους συνταξιούχους και τα ευάλωτα νοικοκυριά. Για την επιχειρηματικότητα, όμως, το κρίσιμο ζητούμενο δεν είναι μόνο το ύψος των πόρων, αλλά η κατεύθυνσή τους και το αποτέλεσμα που θα παράγουν.
Η τρίτη μεταβλητή είναι ο χρόνος εφαρμογής. Σε μια προεκλογική ΔΕΘ δεν αρκεί να ανακοινωθούν μέτρα για την τετραετία· πολίτες και επιχειρήσεις πρέπει να δουν το αποτέλεσμα πριν από την κάλπη. Αυτό μετατρέπει τους μήνες έως την άνοιξη του 2027 σε κρίσιμη περίοδο εφαρμογής. Οι φορολογικές μειώσεις πρέπει να περάσουν στο διαθέσιμο εισόδημα, οι ρυθμίσεις χρεών να λειτουργήσουν στην πράξη, η χρηματοδότηση να φτάσει στις μικρότερες επιχειρήσεις και η αποκλιμάκωση των επιβαρύνσεων να αποτυπωθεί στην καθημερινότητα της πραγματικής οικονομίας.
Η τέταρτη μεταβλητή είναι η αξιοπιστία. Οι πολίτες έχουν πλέον μεγαλύτερη εμπειρία στην αξιολόγηση οικονομικών υποσχέσεων και δεν αρκούνται σε μεγάλο αριθμό εξαγγελιών με ορίζοντα χρόνου. Χρειάζονται καθαρή απάντηση σε τέσσερα ερωτήματα: πόσο κοστίζει κάθε μέτρο, ποιος το δικαιούται, πότε εφαρμόζεται και ποιο είναι το πραγματικό όφελος. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει επισημάνει ότι οι πολίτες είναι ρεαλιστές και ότι οι υποσχέσεις πρέπει να ανακοινώνονται αφού ληφθούν υπόψη οι δημοσιονομικές συνέπειες.
Για την αγορά, η εξίσωση της ΔΕΘ πρέπει να έχει και μια πέμπτη μεταβλητή, το «μέρισμα» από την ανάπτυξη. Οι ελαφρύνσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο ως κοινωνικό μέρισμα, αλλά και ως επενδυτικό κεφάλαιο για την οικονομία. Μείωση του μη μισθολογικού κόστους σημαίνει περισσότερη δυνατότητα για προσλήψεις. Μικρότερη φορολογική επιβάρυνση σημαίνει μεγαλύτερη δυνατότητα επανεπένδυσης. Καλύτερη πρόσβαση στη χρηματοδότηση σημαίνει μεγέθυνση. Φθηνότερη ενέργεια σημαίνει ανταγωνιστικότερη παραγωγή. Μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα σημαίνει κατανάλωση, τζίρο και περισσότερα δημόσια έσοδα.
Η φετινή ΔΕΘ έχει, συνεπώς, διπλό χαρακτήρα. Είναι ο τελευταίος μεγάλος οικονομικός σταθμός πριν από τις εθνικές εκλογές, αλλά ταυτόχρονα παρουσιάζεται και ως αφετηρία ενός ευρύτερου σχεδιασμού με ορίζοντα το 2030. Παράλληλα, κυβερνητικές τοποθετήσεις έχουν ήδη συνδέσει τη ΔΕΘ με τις πρώτες δεσμεύσεις του προγράμματος της επόμενης τετραετίας. Αυτό ανεβάζει τον πήχη, αφού οι εξαγγελίες πρέπει να απαντούν τόσο στις άμεσες πιέσεις όσο και στις μεσοπρόθεσμες ανάγκες της οικονομίας.
Για τις επιχειρήσεις και κυρίως για τις ΜμΕ, το μήνυμα πρέπει να είναι ξεκάθαρο. Η αγορά δεν ζητά ανεξέλεγκτες παροχές, αλλά μόνιμες μειώσεις βαρών, περισσότερη ρευστότητα, πρόσβαση στη χρηματοδότηση, ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος, σταθερό φορολογικό περιβάλλον και λιγότερη γραφειοκρατία. Ζητά ένα οικονομικό συμβόλαιο βιωσιμότητας που θα επιτρέπει στις επιχειρήσεις να επενδύουν, να προσλαμβάνουν και να αναπτύσσονται.
Η πραγματική εξίσωση της προεκλογικής ΔΕΘ, λοιπόν, δεν είναι πόσα θα δοθούν, αλλά πόσα μπορούν να επιστρέψουν στην οικονομία και πόσο μπορούν να βελτιώσουν την καθημερινότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων, χωρίς να τεθούν σε κίνδυνο όσα έχουν κατακτηθεί. Η φετινή ΔΕΘ το βράδυ των εξαγγελιών δεν θα κριθεί από το ύψος και τη διάρκεια του πακέτου έως το 2030, αλλά από το αποτύπωμα στην τσέπη του πολίτη, στο ταμείο της επιχείρησης και στη καθημερινότητα της πραγματικής οικονομίας μέχρι την ώρα της κάλπης.
![]()
