Ο λαγοκέφαλος, ένα ξενικό και ιδιαίτερα επιθετικό είδος που μπήκε στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, έχει ήδη εγκατασταθεί σε πολλές περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, ανάμεσά τους και τα ελληνικά θαλάσσια ύδατα. Το θέμα του λαγοκέφαλου έχει περάσει και στη δημόσια υγεία, καθώς το είδος συνδέεται τόσο με δηλητηρίαση όσο και με δαγκώματα.
Έχει πολύ κοφτερά συγχωνευμένα δόντια και σιαγόνες, ασημόγκριζη ράχη με μαύρες κηλίδες και χαρακτηριστική ασημένια πλευρική ζώνη.
Η παρουσία του καταγράφηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 2005, ενώ η δράση του είναι έντονα επιβαρυντική για το περιβάλλον, αφού πρόκειται για αδηφάγο θηρευτή με προτίμηση στα κεφαλόποδα και επηρεάζει πληθυσμούς εμπορικών ειδών όπως τα καλαμάρια, οι σουπιές και τα χταπόδια. Το είδος έχει συνδεθεί τόσο με περιστατικά δηλητηρίασης μετά από κατανάλωση όσο και με δήγματα σε ανθρώπους.
Όπως αναφέρει στο ενημερωτικό δελτίο του ΕΟΔΥ ο Γεώργιος Δουγάς, κτηνίατρος PhD, μεταδιδακτορικός ερευνητής ΕΚΠΑ και προϊστάμενος Τμήματος Ζωοανθρωπονόσων του ΕΟΔΥ, στη διεθνή βιβλιογραφία έχει δημοσιευθεί συγκεντρωτική καταγραφή περιστατικών υγείας από εισβολικά pufferfish στην Ανατολική Μεσόγειο για την περίοδο 2004-2023. Σύμφωνα με τη δημοσίευση, καταγράφηκαν 28 σωματικές επιθέσεις ή δήγματα και τουλάχιστον 170 περιστατικά δηλητηρίασης, από τα οποία 143 ήταν μη θανατηφόρα και 27 θανατηφόρα.
Λαγοκέφαλος και δημόσια υγεία: τι γνωρίζουμε μέχρι σήμερα
Από τη σκοπιά της δημόσιας υγείας χρειάζεται σαφής διάκριση ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κινδύνους. Ο πρώτος αφορά τη δηλητηρίαση από τετροδοτοξίνη, που σχετίζεται με την κατανάλωση του ψαριού και όχι με το δήγμα. Ο δεύτερος αφορά τον τραυματισμό από δάγκωμα, ο οποίος πρέπει να αντιμετωπίζεται ως δυνητικά σοβαρός τραυματισμός, λόγω της μηχανικής κάκωσης, της αιμορραγίας, της πιθανής απώλειας ιστού και της επιμόλυνσης του τραύματος από μικροοργανισμούς.
Δήγματα λαγοκέφαλου: κλινική διαχείριση και πρόληψη επιπλοκών
Σε περίπτωση δήγματος, η αρχική αντιμετώπιση περιλαμβάνει τοπική αντισηψία, αιμόσταση και αποστειρωμένη κάλυψη του τραύματος. Πρέπει να αναζητηθεί το συντομότερο ιατρική βοήθεια, ώστε να εκτιμηθεί κλινικά το τραύμα και να δοθούν συστάσεις για την προφύλαξη κατά του τετάνου. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η εκτίμηση της ανάγκης για αντιτετανική προφύλαξη, καθώς το δήγμα λαγοκέφαλου μπορεί πρακτικά να αντιμετωπίζεται ως ρυπαρό ή σοβαρό τραύμα, ιδίως όταν είναι βαθύ, διατιτραίνον ή συνοδεύεται από απώλεια ιστού.
Η χορήγηση αντιμικροβιακής αγωγής πρέπει να αξιολογείται από τον θεράποντα ιατρό, με βάση τη φύση του τραύματος, τη θέση του δήγματος και τους ατομικούς παράγοντες κινδύνου του ασθενούς. Όταν κρίνεται αναγκαία η εμπειρική κάλυψη, ο γιατρός οφείλει να λάβει υπόψη όχι μόνο τους συνήθεις μικροοργανισμούς του δέρματος, αλλά και θαλάσσιους Gram-αρνητικούς μικροοργανισμούς, όπως Vibrio spp., Aeromonas spp., Shewanella algae, Photobacterium damselae και Pseudomonas spp.
Δηλητηρίαση από τετροδοτοξίνη: αναγνώριση και αντιμετώπιση
Τα αλιευτικά προϊόντα που προέρχονται από δηλητηριώδη ψάρια της οικογένειας Tetraodontidae, στην οποία περιλαμβάνεται ο λαγοκέφαλος, δεν επιτρέπεται να διατίθενται στην αγορά.
Η τετροδοτοξίνη που περιέχουν δεν καταστρέφεται επαρκώς με μαγείρεμα ή ψήσιμο, ενώ δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο. Τα συμπτώματα της δηλητηρίασης από τετροδοτοξίνη μπορεί να εμφανιστούν γρήγορα, συνήθως μέσα σε λίγα λεπτά έως λίγες ώρες από την κατανάλωση.
Τα πρώιμα συμπτώματα περιλαμβάνουν μούδιασμα ή αίσθημα μυρμηγκιάσματος γύρω από το στόμα, στα χείλη, στη γλώσσα ή στο πρόσωπο, καθώς και γαστρεντερικές εκδηλώσεις όπως ναυτία, έμετο, κοιλιακό άλγος και διάρροια. Μπορεί επίσης να εμφανιστούν ζάλη, κεφαλαλγία, εφίδρωση, αδυναμία, κακουχία, παραισθησίες στα άκρα, αστάθεια ή αταξία, δυσκολία στη βάδιση, δυσαρθρία και δυσκολία στην κατάποση.
Η κατανάλωση λαγοκέφαλου, ακόμη και χωρίς συμπτώματα, αντιμετωπίζεται ως πιθανή σοβαρή δηλητηρίαση, γι’ αυτό σε περίπτωση κατανάλωσης δεν περιμένουμε να εμφανιστούν συμπτώματα. Πρέπει να γίνει άμεση επικοινωνία με το Κέντρο Δηλητηριάσεων/ΕΚΑΒ και γρήγορη διακομιδή του εκτεθειμένου ατόμου για νοσοκομειακή εκτίμηση και παρακολούθηση. Τα περιστατικά που επιβιώνουν από την οξεία φάση συχνά ανακάμπτουν με υποστηρικτική θεραπεία, επειδή η τοξίνη απομακρύνεται με τον χρόνο.
![]()
