Τα φυσικά λιβάδια της χώρας προσφέρουν κρίσιμες οικοσυστημικές υπηρεσίες και στηρίζουν την περιβαλλοντική ισορροπία, την κοινωνική συνοχή και την οικονομική ενδυνάμωση. Όπως τονίζει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Μιχάλης Βραχνάκης, καθηγητής στο Τμήμα Δασολογίας, Επιστημών Ξύλου και Σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, η ορθολογικά οργανωμένη διαχείριση των λιβαδιών είναι αναγκαία για να διατηρηθούν αυτές οι λειτουργίες.
Ο ίδιος εξηγεί ότι η διαχείριση των λιβαδιών, όπως και όλων των φυσικών οικοσυστημάτων, είτε χερσαίων είτε υδάτινων, δημιουργεί το ασφαλές πλαίσιο για να συνεχιστεί η παροχή αυτών των υπηρεσιών. Η διαχείριση λειτουργεί ανασχετικά στη φυσική διαδοχή και στη μεταβολή των χλωριδικών στοιχείων και των φυτοκοινωνιών που τα συνθέτουν, ενώ η απουσία της αφήνει να εκφραστεί ελεύθερα το φυσικό δυναμικό της βλάστησης, οδηγώντας σε επαναγριοποιημένες (re-wilding) φυτοκοινότητες και, κατ’ επέκταση, ζωοκοινότητες. Αυτό, όπως σημειώνει, αλλάζει ποιοτικά και ποσοτικά τις οικοσυστημικές υπηρεσίες που παρέχονται.
Στα μεσογειακά οικοσυστήματα, και ειδικά σε εκείνα της χώρας μας που παρουσιάζουν μεγαλύτερη μεταβλητότητα από το υπόλοιπο ευρωπαϊκό τοπίο, τα σημάδια της επαναγριοποίησης έχουν γίνει, σύμφωνα με τον κ. Βραχνάκη, ιδιαίτερα εμφανή τα τελευταία χρόνια. Η αυξημένη παρουσία λύκων, αρκούδων και αγριογούρουνων, ακόμη και μέσα στον αστικό ιστό, αντανακλά την πύκνωση των δασών και κυρίως την απερήμωση της υπαίθρου. Όπως προσθέτει, η μετακίνηση κατοίκων από ορεινές και άλλες κοινότητες προς τα μεγάλα αστικά κέντρα έχει αλλάξει τις συνθήκες στην ελληνική ύπαιθρο.
Παράλληλα, αναφέρει ότι στην επιστημονική κοινότητα έχει ανοίξει έντονος διάλογος για το αν αυτή η νέα συνθήκη πρέπει να υποστηριχθεί ή να περιοριστεί. Οι υποστηρικτές της επαναγριοποίησης, λέει, κινούνται από βιοκεντρική βάση και την υιοθετούν ακόμη και ως διαχειριστική πρακτική, ενώ οι αντίθετοι, με ανθρωποκεντρική προσέγγιση, ζητούν δραστικό έλεγχο, καθώς οι συνέπειες τόσο στα οικοσυστήματα όσο και στις τοπικές κοινωνίες είναι σημαντικές.
Ένας τομέας που δέχεται άμεσα τις αρνητικές συνέπειες της επαναγριοποίησης είναι η εκτατική κτηνοτροφία, την οποία ο κ. Βραχνάκης χαρακτηρίζει αξιακό στοιχείο για τη χώρα.
«Στις μέρες μας, ο Έλληνας κτηνοτρόφος δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο τα σημαντικά προβλήματα που προέκυψαν από τις ζωονόσους (αφθώδης πυρετός, ευλογιά αιγοπροβάτων), αλλά και προβλήματα που συνδέονται με την εμφάνιση άγριων σαρκοφάγων, λόγω επαναγριοποίησης. Οι επιθέσεις σε κοπάδια ελευθέρας βοσκής είναι αρκετά συχνό (σε κάποιες περιοχές καθημερινό) φαινόμενο που έχει οδηγήσει σε απόγνωση τους κτηνοτρόφους. Έχει δε καταγραφεί ακόμα και κλείσιμο των εκμεταλλεύσεων και εγκατάλειψη του επαγγέλματος, καθώς αυτό καθίσταται ασύμφορο», εξηγεί ο κ. Βραχνάκης και καταλήγει:
«Είναι προφανές ότι η επαναγριοποίηση δημιουργεί νέα συνθήκη και νέα πρόκληση για την ελληνική πολιτεία. Απαιτείται οργανωμένη παρακολούθηση των στοιχείων επαναγριοποίησης και των συνεπειών που αυτή επιφέρει. Στην κατεύθυνση αυτή πρωτοβουλίες όπως η Εθνική Πλατφόρμα για τα Μεγάλα Σαρκοφάγα, με τη συμμετοχή κρατικών και επιστημονικών φορέων, αλλά και οργανισμών της κοινωνίας των πολιτών, θα πρέπει να ενισχυθούν. Η δε ελληνική πολιτεία να λαμβάνει υπόψη τα πορίσματα που η Ελληνική Πλατφόρμα, όπως και η αντίστοιχη Ευρωπαϊκή, ανακοινώνει. Επιπλέον, θα πρέπει να ενισχυθεί ο ΕΛΓΑ, ώστε να αυξηθεί η ταχύτητα απόδοσης και το ύψος των αποζημιώσεων στους κτηνοτρόφους από επιθέσεις αγρίων ζώων, η δε διαδικασία αποζημίωσης να γίνεται με πρακτικό τρόπο. Τα Διαχειριστικά Σχέδια Βόσκησης ως εργαλείο της ορθολογικής διαχείρισης των λιβαδιών, θα πρέπει επιτέλους να εκπονηθούν και να λάβουν υπόψη τους τη νέα αυτή συνθήκη, με τη βαρύτητα που της αναλογεί. Κυρίως όμως απαιτείται μία ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική ανάσχεσης της ερημοποίησης και της εγκατάλειψης της ελληνικής υπαίθρου, ώστε σε βάθος χρόνου να ανασυνταχθεί ένα ισορροπημένο κοινωνικό πλαίσιο ελέγχου της επαναγριοποίησης με βιοανθρωποκεντρικό τρόπο».
![]()
