Στη Σαμοθράκη, μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα όπου χτυπά καθημερινά ο παλμός της ενημέρωσης, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, πανεπιστημιακοί και εκπρόσωποι φορέων συναντήθηκαν για να συζητήσουν ζητήματα που βρίσκονται στον πυρήνα της σύγχρονης δημοσιογραφίας. Το 19ο Δημοσιογραφικό Συνέδριο της Σαμοθράκης έφερε στο ίδιο τραπέζι διαφορετικές φωνές και προσεγγίσεις, με κοινό σημείο αναφοράς τον ρόλο της ενημέρωσης σε μια περίοδο μεγάλων αλλαγών.
Από την ελληνική γλώσσα και δημοσιογραφία στον δημόσιο λόγο και τη διατήρησή της μέσα από τα ομογενειακά Μέσα, μέχρι τα ακριτικά σχολεία, την περιβαλλοντική κρίση και τη δημοσιογραφική κάλυψή της, οι θεματικές του συνεδρίου άνοιξαν έναν ευρύτερο διάλογο για το πώς ασκείται σήμερα η δημοσιογραφία και ποια είναι η ευθύνη της απέναντι στην κοινωνία.
Η γλώσσα βρέθηκε στο επίκεντρο όχι μόνο ως εργαλείο της δημοσιογραφικής δουλειάς, αλλά και ως στοιχείο που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα. Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για την περιβαλλοντική κρίση ανέδειξε την ανάγκη για ενημέρωση τεκμηριωμένη, κατανοητή και απαλλαγμένη από υπερβολές, σε ένα πεδίο όπου η επιστημονική γνώση συναντά την καθημερινότητα των πολιτών και τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.
Η δημοσιογραφική γλώσσα που αλλάζει
Στην θεματική ενότητα «Ελληνική γλώσσα και δημοσιογραφία» συμμετείχαν ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης και ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Νίκος Ξυδάκης.
Ο Χρήστος Χωμενίδης, με την αμεσότητα και τη γλαφυρότητα που τον χαρακτηρίζει, μίλησε για τη σταδιακή φτωχοποίηση της δημοσιογραφικής γλώσσας. Όπως σημείωσε, η γλώσσα είναι το βασικό εργαλείο με το οποίο ο δημοσιογράφος καλείται να περιγράψει με οξύτητα και σαφήνεια ένα γεγονός. Για κάθε πράγμα που θέλουμε να περιγράψουμε, υπάρχει, όπως είπε, μια συγκεκριμένη λέξη. Όταν αυτή η λέξη δεν βρίσκεται, χάνεται η ακριβολογία και ενδεχομένως χάνεται και ο ρυθμός του δημοσιογραφικού λόγου.
Ο συγγραφέας στάθηκε ιδιαίτερα στην εικόνα που παρουσιάζει σήμερα η γλώσσα στα ηλεκτρονικά Μέσα. Η δημοσιογραφική γλώσσα, ανέφερε, γίνεται φτωχή και επαναλαμβανόμενη, ιδιαίτερα στον ηλεκτρονικό Τύπο και στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Συνέδεσε το φαινόμενο αυτό και με τις συνθήκες εργασίας των δημοσιογράφων, λέγοντας ότι οι χαμηλές αμοιβές οδηγούν πολλούς εργαζόμενους στα Μέσα να αναζητούν και άλλες πηγές εισοδήματος, με αποτέλεσμα να περιορίζεται ο χρόνος που μπορούν να διαθέσουν για την απαραίτητη επιμόρφωσή τους.
Ως χαρακτηριστικό δείγμα της γλωσσικής φτώχειας ανέφερε την υπερβολική επανάληψη συγκεκριμένων λέξεων και εκφράσεων στην προσπάθεια να περιγραφεί ένα γεγονός. Η επανάληψη, όπως υποστήριξε, έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο ώστε, εάν κάποτε χρειαστεί να περιγραφεί ένα πραγματικά ακραίο γεγονός, μπορεί να μην υπάρχουν πλέον οι κατάλληλες λέξεις για να αποδοθεί η πραγματική του διάσταση και να πειστεί ο αναγνώστης για όσα έχουν συμβεί.
Καλύτερη χαρακτήρισε τη δημοσιογραφική γλώσσα στον έντυπο Τύπο, εντοπίζοντας όμως ένα διαφορετικό, σοβαρό πρόβλημα: τη σταδιακή μείωση της κυκλοφορίας των εφημερίδων. Εξέφρασε μάλιστα τον φόβο ότι σε δέκα με δεκαπέντε χρόνια ενδέχεται να μην κυκλοφορούν εφημερίδες με τη μορφή που τις γνωρίζουμε σήμερα.
Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρθηκε και στο δίκτυο των σημείων πώλησης των εφημερίδων και στο πόσο εύκολα μπορεί πλέον κάποιος να βρει ένα σημείο για να αγοράσει εφημερίδα. Συνέδεσε το πρόβλημα με το μικρό ποσοστό κέρδους των σημείων πώλησης και έθεσε ως πιθανή λύση τη διαχείριση των σημείων αυτών από τα κέντρα διανομής.
Το ερώτημα που έθεσε στο τέλος ήταν ευρύτερο: «Η γλώσσα είναι το μείζον». Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, είναι αν μπορεί να διασωθεί η γλωσσική ποιότητα που αποτελεί βασικό εργαλείο της δημοσιογραφίας.
Η εφημερίδα ως «σχολείο» και παράθυρο στον κόσμο
Στην ίδια θεματική, ο διακεκριμένος δημοσιογράφος και συγγραφέας Νίκος Ξυδάκης αναφέρθηκε στη διαχρονική σπουδαιότητα της ελληνικής γλώσσας και στην επιρροή της στη διαμόρφωση της πνευματικής κατάρτισης. Έφερε στο προσκήνιο σημαντικούς λογοτέχνες και συγγραφείς, όπως ο Άγγελος Τερζάκης και ο Μάριος Πλωρίτης, οι οποίοι μέσα από τα κείμενά τους που δημοσιεύονταν στις εφημερίδες διαδραμάτισαν, όπως σημείωσε, καταλυτικό ρόλο στην πνευματική διαμόρφωση των αναγνωστών. Το ερώτημα που έθεσε ήταν ουσιαστικά ποιοι άνθρωποι ήταν εκείνοι από τους οποίους μάθαμε γράμματα και ποιοι διαμόρφωσαν την ελληνική γλώσσα.
Στη σκέψη του Νίκου Ξυδάκη, η εφημερίδα δεν είναι απλώς ένα μέσο μετάδοσης ειδήσεων. Οι εφημερίδες, είπε, «άνοιξαν ένα παράθυρο στον κόσμο» και ο λόγος τους έχει παιδευτικό χαρακτήρα. Η ανάγνωση μιας μεγάλης και σοβαρής εφημερίδας, σημείωσε χαρακτηριστικά, μπορεί να λειτουργήσει σαν ένα μεγάλο σχολείο, μέσα από το οποίο ο αναγνώστης μαθαίνει πώς διαμορφώνεται ο κόσμος.
Η γλώσσα στον δημόσιο λόγο και στα σύγχρονα ΜΜΕ
Η συζήτηση για την ελληνική γλώσσα συνεχίστηκε στη θεματική ενότητα «Η ελληνική γλώσσα στο δημόσιο λόγο και στα σύγχρονα ΜΜΕ», στην οποία συμμετείχαν η Νικολέττα Τσιτσανούδη-Μαλλίδη, καθηγήτρια Γλωσσολογίας και Ελληνικής Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, ο Δημήτρης Κουμπιάς, γενικός γραμματέας ΕΔΟΕΑΠ, ο συγγραφέας Νίκος Σαραντάκος, ο Θανάσης Σαμαράς, αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς και Πολιτικής Επικοινωνίας, η δημοσιογράφος και διδάσκουσα στο ΕΚΠΑ Σόνια Χαϊμαντά, ο δημοσιογράφος του Δημοτικού Ραδιοφώνου Τρίπολης Δημήτρης Μανιατάκος, καθώς και η Μαρία Γεωργοπούλου-Κούτρα, πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας Τάραντα «Μαρία Κάλλας», η οποία συμμετείχε διαδικτυακά.
Η καθηγήτρια Νικολέττα Τσιτσανούδη-Μαλλίδη ξεκίνησε την παρέμβασή της από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται σήμερα η γλώσσα στο σχολείο και από τον καθοριστικό ρόλο του εκπαιδευτικού στην προσπάθεια να μάθει ένα παιδί να μιλά σωστά ελληνικά.
Στάθηκε σε μια χαρακτηριστική καθημερινή πρακτική μέσα στην τάξη. Όταν ο εκπαιδευτικός ολοκληρώνει την παράδοση και ρωτά τους μαθητές αν κάποιος δεν κατάλαβε κάτι και θέλει να σηκώσει το χέρι του για να ρωτήσει, όπως επισήμανε, η ευθύνη μεταφέρεται αυτομάτως στον μαθητή ή στη μαθήτρια που δεν κατανόησε κάτι. Το ερώτημα, σύμφωνα με την ίδια, θα μπορούσε να είναι και αν ο εκπαιδευτικός μετέφερε σωστά και επαρκώς τη γνώση.
Η ελληνική γλώσσα πέρα από τα σύνορα
Η θεματική ενότητα «Η ελληνική γλώσσα στη διασπορά και τα ομογενειακά ΜΜΕ» ανέδειξε την προσπάθεια που καταβάλλεται για τη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας, αλλά και για την ενημέρωση των ομογενειακών πληθυσμών από ελληνικά Μέσα που δραστηριοποιούνται σε μεγάλες μητροπόλεις του κόσμου.
Στο τραπέζι βρέθηκαν η Αλεξάνδρεια, το Σίδνεϊ, η Νέα Υόρκη και η Κωνσταντινούπολη, αλλά και ευρύτερα η δημοσιογραφική παρουσία της ελληνικής γλώσσας εκτός Ελλάδας. Οι συμμετέχοντες αναφέρθηκαν στις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι δημοσιογράφοι που ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό και προσπαθούν με συνέπεια και υπευθυνότητα να υπηρετήσουν την ενημέρωση της ομογένειας.
Στη θεματική συμμετείχαν ο Γιώργος Φράγκου, πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου, η Δήμητρα Κυρανούδη, διευθύντρια της Ελληνικής Σύνταξης της Deutsche Welle, η Adelheid Feilcke, Director of Programs for Europe της Deutsche Welle, ο Νίκος Μεγγρέλης, σύμβουλος έκδοσης της εφημερίδας «Νέο Φως» Καΐρου, και ο Γρηγόρης Χαλιακόπουλος, αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Αλεξανδρινός Ταχυδρόμος».
Μέσω διαδικτύου συμμετείχαν ο Μανώλης Κωστίδης, δημοσιογράφος και ανταποκριτής του ΣΚΑΪ στην Κωνσταντινούπολη, ο Μηνάς Βασιλειάδης, εκδότης της ομογενειακής εφημερίδας «Απογευματινή» Κωνσταντινούπολης, ο Δημήτρης Φιλιππίδης, δημοσιογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός του Hellas FM στη Νέα Υόρκη, ο Παναγιώτης Σατζόγλου, δημοσιογράφος της ιστοσελίδας Hellenic DNA στη Νέα Υόρκη, ο Ευθύμιος Καλλός, Executive Producer Greek Language Program του SBS Radio στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας, και ο Γιάννης Γιαγκίνης, δημοσιογράφος της ελληνικής υπηρεσίας του Euronews.
Ο Γιώργος Φράγκου, εμφανώς συγκινημένος, έδωσε στην παρέμβασή του έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Όπως ανέφερε, έρχεται από «μια εσχατιά του ελληνισμού», την Κύπρο, σε μια άλλη εσχατιά του ελληνισμού, τη Σαμοθράκη, περιγράφοντας τους δύο τόπους ως σκληρούς και περήφανους.
Στην ομιλία του στάθηκε και στη μεταβολή της δημοσιογραφικής γλώσσας, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Χρόνο με τον χρόνο η δημοσιογραφική γλώσσα χάνει το θάμπος και το κάλλος, ο δημοσιογραφικός λόγος συρρικνώνεται».
Η επιλογή της Σαμοθράκης δεν είναι απλώς επιλογή ενός τόπου φιλοξενίας. Η παρουσία της δημοσιογραφικής κοινότητας σε ένα ακριτικό νησί μεταφέρει τον διάλογο για την ενημέρωση μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα και τον φέρνει πιο κοντά στην περιφέρεια και στις δικές της πραγματικότητες. Και αυτό είναι ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διοργάνωσης.
Η δημοσιογραφία συζητιέται στον ίδιο χώρο όπου αναδεικνύονται ζητήματα που αφορούν την περιφέρεια, τα ακριτικά σχολεία, τη δημογραφία, το περιβάλλον και τις τοπικές κοινωνίες. Στο επίκεντρο, ωστόσο, παραμένει η ίδια η δημοσιογραφία. Η αξιοπιστία του λόγου, η χρήση της γλώσσας, η ανεξαρτησία του Τύπου και η ανάγκη για τεκμηριωμένη ενημέρωση διατρέχουν τις βασικές θεματικές του συνεδρίου.
Το 19ο Δημοσιογραφικό Συνέδριο πραγματοποιείται με την υποστήριξη της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, της Γενικής Γραμματείας Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και του υφυπουργού Εσωτερικών, αρμόδιου για τον Τομέα Μακεδονίας και Θράκης, Κωνσταντίνου Γκιουλέκα.
Στη διοργάνωση συμμετέχουν ως χορηγοί και υποστηρικτές φορείς και επιχειρήσεις που αναφέρονται στο επίσημο υλικό της ΠΟΕΣΥ. Επίσημοι χορηγοί μεταφορών είναι η AEGEAN και η FAST FERRIES, ενώ χορηγοί επικοινωνίας είναι η ΕΡΤ, το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και η Ένωση Δημοτικών Ραδιοτηλεοπτικών Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης Ελλάδας.
του ανταποκριτή μας Β. Λωλίδη
![]()
