Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου μεταφέρεται ξανά η υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών. Η νέα προσφυγή του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη αφορά τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκαν την υπόθεση οι ελληνικές δικαστικές αρχές.
Ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης, που υπήρξε θύμα τηλεφωνικών παρακολουθήσεων και από την πρώτη στιγμή είχε προσφύγει στην ελληνική δικαιοσύνη ζητώντας προστασία, κατέθεσε προσφυγή στο Δικαστήριο του Στρασβούργου μέσω των δικηγόρων του Ζαχαρία Κεσσέ και Γιώργου Σταματιάδη, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρξε ανεξάρτητη, αμερόληπτη και αποτελεσματική διερεύνηση.
Στην προσφυγή γίνεται ειδική αναφορά στις ενέργειες του πρώην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, ο οποίος κλήθηκε να χειριστεί τη σχετική δικογραφία, ενώ στο παρελθόν είχε υπογράψει, ως εποπτεύων εισαγγελικός λειτουργός της ΕΥΠ, τις διατάξεις για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του Κουκάκη.
Με την προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τίθενται ζητήματα παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, της ελευθερίας της έκφρασης και της προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών, καθώς και του δικαιώματος σε αποτελεσματική προσφυγή.
Η προσφυγή στρέφεται κατά της Ελλάδας και αφορά την άρνηση των εθνικών δικαστικών αρχών να διερευνήσουν με ανεξαρτησία, αμεροληψία και αποτελεσματικότητα τη διπλή παρακολούθηση του προσφεύγοντα από την ΕΥΠ και μέσω του λογισμικού Predator.
Κεντρικός άξονας της προσφυγής είναι η παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη υπό το πρίσμα της αντικειμενικής αμεροληψίας, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
Όπως αναφέρουν οι δικηγόροι του δημοσιογράφου, εγείρεται μείζον ζήτημα θεσμικής τάξης από το γεγονός ότι ο τότε Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, ανέλαβε προσωπικά τον χειρισμό της ογκώδους ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε μετά την έκδοση της απόφασης ΒΜ 853/2026 του Β΄ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το συγκεκριμένο δικαστήριο, αφού καταδίκασε τέσσερα πρόσωπα σε πολυετείς ποινές φυλάκισης, διέταξε περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης για τη διακρίβωση τυχόν πρόσθετων αδικημάτων, ανάμεσά τους και της κατασκοπείας, καθώς και για την ταυτοποίηση των πραγματικών ωφελουμένων της παράνομης παρακολούθησης.
Ωστόσο, επισημαίνουν ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, εξέδωσε στις 27 Απριλίου 2026, λίγες ημέρες μετά την παραλαβή της πολυσέλιδης δικογραφίας, πράξη μη ανάσυρσης και μη επανεξέτασης της υπόθεσης, η οποία στο παρελθόν είχε τεθεί στο αρχείο από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση. Παράλληλα, τονίζουν ότι ο ίδιος είχε υπογράψει το καλοκαίρι του 2020, ως εποπτεύων εισαγγελικός λειτουργός της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, τις διατάξεις για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του προσφεύγοντος. Κατά τον Κουκάκη, η ενέργεια αυτή, χωρίς ο ίδιος να απέχει αυτοβούλως ή να εξεταστεί η σχετική αίτηση εξαίρεσης, τον κατέστησε κριτή μιας έρευνας που θα μπορούσε να ελέγξει τις προγενέστερες υπηρεσιακές του πράξεις.
Με την προσφυγή καταγγέλλεται επίσης η παραβίαση των άρθρων 8 και 10 της ΕΣΔΑ, καθώς και η απουσία πρακτικά αποτελεσματικού εσωτερικού ένδικου βοηθήματος κατά το άρθρο 13. Η πλευρά του προσφεύγοντος υποστηρίζει ότι η Πολιτεία δεν διασφάλισε ενδελεχή και πλήρως ανεξάρτητη ποινική διερεύνηση, ικανή να φωτίσει τον πραγματικό σκοπό της στοχοποίησης, τα πρόσωπα που ωφελήθηκαν από τη χρήση του παράνομου λογισμικού και τις πιθανές διασυνδέσεις ανάμεσα στην επίσημη επισύνδεση και τη χρήση του Predator σε βάρος του.
Τέλος, προβάλλεται ότι το εθνικό σύστημα δεν παρείχε στον προσφεύγοντα τη δυνατότητα πλήρους επανεξέτασης της πράξης αρχειοθέτησης από ανεξάρτητο όργανο, στερώντας του την πρόσβαση στην αλήθεια και στην ουσιαστική αποκατάσταση των δικαιωμάτων του, όπως αναφέρεται.
Εν αναμονή της κρίσης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οι δικηγόροι Ζαχαρίας Κεσσές και Γιώργος Σταματιάδης επισημαίνουν ότι η υπόθεση των υποκλοπών δεν μπορεί να θεωρηθεί λήξασα, όσο παραμένουν αναπάντητα θεμελιώδη ερωτήματα για την κρατική παρακολούθηση δημοσιογράφων, τη χρήση του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού, την ταυτότητα των εμπλεκομένων και τις θεσμικές ευθύνες για τη μη διερεύνηση σε βάθος όλων των παραμέτρων της υπόθεσης.
Υπενθυμίζεται ότι για την ίδια υπόθεση έχει προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης.
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
