Στον «Ορφέα» του Κλάουντιο Μοντεβέρντι, η μουσική γίνεται δύναμη ελπίδας μέσα από μια νέα μεγάλη διεθνή συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (ΕΛΣ), που ενώνει τον αρχαίο μύθο με τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία.
Τη μουσική διεύθυνση του «Ορφέα», που εγκαινιάζει τη σεζόν 2026/27 της ΕΛΣ από τις 30 Οκτωβρίου έως και τις 14 Νοεμβρίου 2026, αναλαμβάνει ο αρχιμουσικός Κωνσταντίνος Τερζάκης, σε μια παραγωγή που παρουσιάζει για πρώτη φορά στην ιστορία της ΕΛΣ το εμβληματικό έργο του Μοντεβέρντι, μέσα από τη σκηνοθετική ματιά του Ουίλλιαμ Κέντριτζ και την ενορχήστρωση για σύγχρονα όργανα του Νίκο Μιούλυ.
Στη συνέντευξή του στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και στη Νάντια Μπακοπούλου, ο Κωνσταντίνος Τερζάκης μιλά για τη συνάντηση της μουσικής με τη σύγχρονη εικαστική δημιουργία, για τη διαχρονικότητα του μύθου του Ορφέα, για τη δύναμη ελπίδας και για τη δική του διαδρομή ανάμεσα σε διαφορετικά μουσικά είδη και ερμηνευτικές αναζητήσεις.
Ο «Ορφέας», που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1607 στη Μάντοβα, θεωρείται έργο-σταθμός στην ιστορία της δυτικής μουσικής, καθώς συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της όπερας ως ολοκληρωμένης δραματικής τέχνης.
Η σύνδεση του λόγου, της μουσικής και της σκηνικής δράσης είναι βασικό στοιχείο της σύνθεσής του και ανοίγει τον δρόμο για νέες ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Η σκηνοθεσία του Ουίλλιαμ Κέντριτζ αξιοποιεί αυτή την εκφραστική ανοιχτότητα, μεταφέροντας τον μύθο σε ένα πολυεπίπεδο εικαστικό σύμπαν.
«Η συγκεκριμένη όπερα στην εποχή της ήταν τόσο πρωτοποριακή που μας δίνει τη δυνατότητα να την εντάξουμε σε μια σύγχρονη σκηνοθεσία με αρκετά ομαλό τρόπο», δηλώνει ο Κωνσταντίνος Τερζάκης. «Η ιστορία, τα χρώματα και οι ψυχοδραματικές απαιτήσεις του έργου δεν διαφέρουν σημαντικά από κάθε άλλη όπερα, δηλαδή η βάση των προκλήσεων είναι συγγενής. Έχει πάντα ενδιαφέρον να μελετά κανείς τη σκηνοθεσία έτσι ώστε να ενεργοποιήσει ή να ενισχύσει μουσικά στιγμές που στη σκηνή μπορεί να εκφράζεται κάτι με ιδιαίτερο τρόπο. Όταν αυτό έρχεται και συνυπάρχει οπτικοακουστικά, είναι πολύ όμορφο», επισημαίνει.
Η σκηνική γλώσσα του Κέντριτζ βασίζεται στη διαρκή μεταμόρφωση της εικόνας. Τα σχέδια γεννιούνται μπροστά στον θεατή, τροποποιούνται, σβήνονται και μετασχηματίζονται σε νέες εικόνες, συνθέτοντας έναν κόσμο ανάμεσα στη μνήμη, την απώλεια και την επιθυμία επιστροφής στο παρελθόν. Η δράση μεταφέρεται περίπου στο 1910, όπου ο αρχαίος μύθος συναντά τη νεότερη ιστορία, χωρίς να χάνει τη διαχρονική του διάσταση.
Για τον Κωνσταντίνο Τερζάκη, η μουσική ερμηνεία καλείται να συνομιλήσει ουσιαστικά με αυτή την οπτική αφήγηση, αναδεικνύοντας τις αντιθέσεις και τη συναισθηματική ένταση των προσώπων.
«Τα στοιχεία του Ουίλλιαμ Κέντριτζ προβάλλουν τους ήρωες με αφοπλιστική ειλικρίνεια, απλά και ουσιαστικά συναισθήματα και χωρίς υπερβολές στις αντιδράσεις αλλά με πολλούς συμβολισμούς και κρυφά μηνύματα στον προβολέα. Αντίστοιχα στο μουσικό κομμάτι, έχω φροντίσει και με την ορχήστρα και με το καστ μας την προβολή των αντιθέσεων με μεγάλες διαφορές στην ποιότητα χρωμάτων και υφών, έτσι ώστε να ενθαρρύνει τους τραγουδιστές να εστιάζουν στον λόγο, το συναίσθημα και να δίνουν προσοχή στην στιγμή και την αλληλεπίδραση», εξηγεί.
Μία από τις ιδιαιτερότητες της παραγωγής είναι η ενορχήστρωση του Νίκο Μιούλυ για σύγχρονα όργανα. Το μουσικό υλικό του Μοντεβέρντι διατηρείται στον πυρήνα του, ενώ η νέα ενορχήστρωση προσθέτει ηχητικές αποχρώσεις, σύγχρονες τεχνικές και μουσικά μοτίβα που υπηρετούν τη δραματουργία. σύγχρονα όργανα
Όπως εξηγεί ο Κωνσταντίνος Τερζάκης, η μουσική προσέγγιση βασίζεται στο πρωτότυπο υλικό και στη φρασεολογία του Μοντεβέρντι, λαμβάνοντας υπόψη τις ερμηνευτικές παραδόσεις του έργου και ενσωματώνοντας τις νέες ιδέες της ενορχήστρωσης ως οργανική συνέχεια και εξέλιξή του. «Σκοπός μας είναι η ενορχήστρωση του Νίκο Μιούλυ να ενισχύσει το μουσικό περιβάλλον του έργου με τις σύγχρονες τεχνικές και τα μουσικά μοτίβα που συμβάλλουν στη δραματουργία, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα ιδιαίτερο ηχοτοπίο για το κοινό και να μεγεθύνει την εμπειρία τους», τονίζει.
Στον πυρήνα της όπερας βρίσκεται η ιστορία του Ορφέα, ο οποίος, μετά τον θάνατο της Ευρυδίκης, κατεβαίνει στον Άδη για να διεκδικήσει την επιστροφή της. Με όπλο τη μουσική του, καταφέρνει να συγκινήσει τις δυνάμεις του Κάτω Κόσμου, μέχρι τη στιγμή που η αμφιβολία τον οδηγεί να παραβεί τον όρο που του έχει τεθεί και να χάσει την αγαπημένη του για πάντα.
Η σκηνική προσέγγιση του Κέντριτζ διατηρεί ανοιχτές τις διαφορετικές εκδοχές του τέλους, συνδέοντας την κάθοδο στον Άδη με την άνοδο προς τον ουρανό και αναδεικνύοντας τη διαρκή ένταση ανάμεσα στον θάνατο, τη μνήμη και την επιθυμία υπέρβασής τους.
Η δύναμη της τέχνης απέναντι στον θάνατο και την απώλεια βρίσκεται στον πυρήνα του έργου, που συνεχίζει να μιλά στον σύγχρονο άνθρωπο. Πώς προσεγγίζει, ως αρχιμουσικός, αυτή τη διαχρονική ιδέα; Πιστεύει ότι η μουσική εξακολουθεί να διαθέτει τη δύναμη να υπερβεί τα ανθρώπινα όρια και να εκφράσει όσα μοιάζουν αδύνατο να ειπωθούν με λόγια;
«Η ερώτηση έχει μεγάλο ενδιαφέρον», απαντά ο Κωνσταντίνος Τερζάκης. «Η μουσική πάντα είχε και θα έχει δύναμη όσο παράγεται από τους ανθρώπους και τα συναισθήματά τους, και πάντα θα αγγίζει με κάποιον τρόπο τον ακροατή. Η ιστορία παραμένει κοντά στον σύγχρονο πολιτισμό και βίο διότι βασικός παράγοντας της δύναμης του Ορφέα με τη μουσική του είναι η δύναμη ελπίδας. Όσο υπάρχει αυτή, τότε όλα θα μοιάζουν δυνατά και πόσο μάλλον η μουσική που μπορεί και μιλάει στον άνθρωπο με ή χωρίς τον λόγο, αφού μέσω της ακρόασης το ασυνείδητο επιτρέπει στον άνθρωπο να φανταστεί και να βιώσει τη μουσική με μοναδικό και ξεχωριστό τρόπο για τον καθένα», προσθέτει.
Η παραγωγή του «Ορφέα» αποτελεί την έβδομη συνεργασία του Κωνσταντίνου Τερζάκη με την Εθνική Λυρική Σκηνή, μετά τις όπερες «Μποέμ» και «Κάρμεν», τη συναυλιακή παρουσίαση της «Flora mirabilis», τα μπαλέτα «Κοππέλια» και «Κάρμεν» και την Τελετή Απονομής των International Opera Awards 2025.
Η διεθνής συμπαραγωγή, η οποία έκανε πρεμιέρα τον περασμένο Ιούνιο στο Φεστιβάλ του Γκλάιντμπορν και απέσπασε ιδιαίτερα θερμή υποδοχή από κοινό και κριτικούς, αποτελεί μια ιδιαίτερη πρόκληση για τον αρχιμουσικό.
«Φυσικά η στιγμή και η ανάληψη μιας τέτοιας παραγωγής είναι απαιτητική και με γεμίζει με ευθύνη απέναντι στο θέατρο και το κοινό της. Είμαι πολύ χαρούμενος που η χημεία μου με το καστ του Ορφέα είναι εξαιρετική και έχουμε κάνει πραγματικά όμορφη δουλειά με τους τραγουδιστές, τη χορωδία και φυσικά την ορχήστρα του θεάτρου. Η δική μου ελπίδα και ανυπομονησία για την παρουσίαση της συγκεκριμένης παραγωγής στο ελληνικό κοινό είναι η επαφή του με ένα υπέροχο έργο σαν αυτό, το ενδιαφέρον του στα νέα χρώματα και στις ιδέες και φυσικά το συναισθηματικό ταξίδι που υπόσχεται ο Ορφέας με παλμό του την αγάπη και την πίστη στη μουσική», σημειώνει.
Η καλλιτεχνική διαδρομή του Τερζάκη εκτείνεται από την όπερα και το συμφωνικό ρεπερτόριο έως τη σύγχρονη μουσική. Η ελευθερία ανάμεσα στα διαφορετικά μουσικά είδη αποτελεί βασικό στοιχείο της προσέγγισής του, καθώς του επιτρέπει να ανακαλύπτει νέες ερμηνευτικές δυνατότητες, συνδυάζοντας τον σεβασμό στην παράδοση με την προσωπική αναζήτηση.
«Η ελευθερία στη μουσική δημιουργία και τα στυλ της ήταν πάντα κάτι το οποίο δεν ήθελα να με περιορίσει από την αρχή. Είμαι πάντα περίεργος να ανακαλύπτω νέα μουσική, να ερμηνεύω συμφωνικό και οπερατικό ρεπερτόριο και αυτού του είδους η αλληλεπίδραση με βοηθά να σέβομαι την παράδοση και να βρίσκω τις δικές μου ιδέες και τη δική μου φωνή στα έργα. Δεν είναι τόσο απλό όσο το αναφέρω, διότι η προετοιμασία κάθε μουσικού έργου απαιτεί χρόνο και επαφή με τη δουλειά και τον κόσμο του συνθέτη. Πολύ πριν βρεθεί κανείς στην αίθουσα δοκιμών.
Η ουσία στο πόντιουμ είναι να βγάζω το μέγιστο από τον κάθε μουσικό απέναντί μου και να δημιουργώ χώρο για την ερμηνεία και την έμφαση στη στιγμή. Είναι μια τελετουργία που όλοι παίρνουν μέρος, συμπεριλαμβανομένου του κοινού, και για αυτόν τον λόγο η μουσική έχει τη δύναμη που έχει», καταλήγει.
Η παραγωγή υλοποιείται με τη στήριξη της δωρεάς του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ) για την ενίσχυση της καλλιτεχνικής εξωστρέφειας της ΕΛΣ.
![]()
