Μονοκλωνική πρωτεΐνη στο αίμα: Τι σημαίνει και πότε χρειάζεται έλεγχος, σύμφωνα με τον Θάνο Δημόπουλο

Μονοκλωνική πρωτεΐνη στο αίμα: Τι σημαίνει και πότε χρειάζεται έλεγχος, σύμφωνα με τον Θάνο Δημόπουλο

Η μονοκλωνική πρωτεΐνη στο αίμα συχνά προκαλεί ανησυχία, όμως δεν σημαίνει αυτομάτως καρκίνο ούτε ότι απαιτείται θεραπεία. Συχνά πίσω από το εύρημα βρίσκεται η μονοκλωνική γαμμαπάθεια αδιευκρίνιστης σημασίας, η γνωστή MGUS, που αφορά περίπου το 3-5% των ανθρώπων άνω των 50 ετών, ανάλογα με τον πληθυσμό και τη μέθοδο ελέγχου.

Ένα εύρημα που δεν σημαίνει απαραίτητα νόσο

Όταν ανιχνεύεται μονοκλωνική πρωτεΐνη ή μονοκλωνικό κλάσμα, αυτό δείχνει ότι στο αίμα υπάρχει μια πρωτεΐνη που παράγεται από μια ομάδα όμοιων κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος. Συνήθως πρόκειται για πλασματοκύτταρα, τα οποία φυσιολογικά παράγουν αντισώματα για την άμυνα του οργανισμού. Η πρωτεΐνη εντοπίζεται με ειδικές εξετάσεις, όπως η ηλεκτροφόρηση και η ανοσοκαθήλωση, όμως το αποτέλεσμα είναι εργαστηριακό εύρημα και όχι διάγνωση από μόνο του. Χρειάζεται να διευκρινιστούν η ποσότητα, ο τύπος της και αν συνδέεται με κάποιο πρόβλημα υγείας. Η αξιολόγηση από γιατρό με εμπειρία στο θέμα θα καθορίσει τις εξετάσεις που πρέπει να ακολουθήσουν, τονίζει ο Θάνος Δημόπουλος.

Σύμφωνα με τον καθηγητή, η συχνότητα αυξάνεται με την ηλικία και είναι μεγαλύτερη στους άνδρες. Οι εκτιμήσεις τοποθετούν τη MGUS περίπου στο 3-5% μετά τα 50. Στην κλασική πληθυσμιακή μελέτη, το ποσοστό ήταν 3,2% στους ανθρώπους ηλικίας 50 ετών και άνω και 5,3% στους 70 ετών και άνω. Πολύ συχνά ανακαλύπτεται τυχαία, χωρίς συμπτώματα, και γι’ αυτό δεν θεωρείται σπάνιο ή από τη φύση του ανησυχητικό εύρημα.

Πότε μιλάμε για MGUS. Τι την διαχωρίζει από το πολλαπλό μυέλωμα και άλλες παθήσεις;

Στη συνηθέστερη μορφή της MGUS, η μονοκλωνική πρωτεΐνη είναι κάτω από 3 γραμμάρια ανά δεκατόλιτρο και τα παθολογικά πλασματοκύτταρα στον μυελό των οστών είναι λιγότερα από 10%. Κυρίως, δεν υπάρχουν βλάβες οργάνων που να οφείλονται σε αυτά, όπως αναιμία, νεφρική δυσλειτουργία, αυξημένο ασβέστιο ή οστικές βλάβες.

Ο αιματολόγος ελέγχει επίσης μήπως πρόκειται για ασυμπτωματικό μυέλωμα, ενεργό μυέλωμα ή άλλη σχετική πάθηση. Ακόμη και μικρή ποσότητα πρωτεΐνης μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να βλάπτει όργανα και να χρειάζεται διαφορετική αντιμετώπιση. Δεν απαιτούνται, πάντως, βιοψία μυελού και απεικονιστικές εξετάσεις σε όλους: σε επιλεγμένες περιπτώσεις χαμηλού κινδύνου μπορούν να αποφευχθούν, επισημαίνει ο κ. Δημόπουλος.

Η MGUS μπορεί να εξελιχθεί, αλλά στους περισσότερους ανθρώπους δεν οδηγεί σε σοβαρή νόσο. Ο μέσος κίνδυνος εξέλιξης σε μυέλωμα ή άλλη σχετική αιματολογική νόσο υπολογίζεται περίπου σε 0,5-1% τον χρόνο. Δεν είναι ίδιος για όλους και επηρεάζεται κυρίως από τον τύπο και την ποσότητα της πρωτεΐνης, καθώς και από την αναλογία των ελεύθερων ελαφρών αλυσίδων, δηλαδή μικρότερων τμημάτων αντισωμάτων στο αίμα. Η αύξηση των τιμών με τον χρόνο χρειάζεται επανεκτίμηση, ενώ η MGUS συνήθως δεν απαιτεί θεραπεία, αλλά παρακολούθηση ανάλογα με τον κίνδυνο.

Ο Καθηγητής εξηγεί ότι συνήθως γίνεται επανέλεγχος περίπου έξι μήνες μετά τη διάγνωση. Ο έλεγχος περιλαμβάνει γενική αίματος, κρεατινίνη για τη νεφρική λειτουργία, ασβέστιο, ηλεκτροφόρηση πρωτεϊνών και ελεύθερες ελαφρές αλυσίδες. Αν χρειάζεται, προστίθενται και εξετάσεις ούρων.

Στη σταθερή MGUS χαμηλού κινδύνου, ο έλεγχος μπορεί να αραιώσει σε κάθε δύο έως τρία χρόνια. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις συνήθως γίνεται ετησίως ή συχνότερα, εφόσον υπάρχουν ανησυχητικές μεταβολές. Το πρόγραμμα εξατομικεύεται, καθώς δεν χρειάζονται όλοι τις ίδιες εξετάσεις με την ίδια συχνότητα.

Τα συμπτώματα που δεν περιμένουν

Επίμονος, ανεξήγητος πόνος στα οστά ή στη μέση, κάταγμα χωρίς σημαντικό τραυματισμό, έντονη κόπωση, ανεξήγητη απώλεια βάρους, μουδιάσματα ή πρήξιμο στα πόδια χρειάζονται επικοινωνία με τον γιατρό. Δεν σημαίνουν απαραίτητα εξέλιξη της MGUS, αλλά δεν πρέπει να περιμένουν μέχρι τον προγραμματισμένο επανέλεγχο.

Πρέπει να ελέγχονται προληπτικά οι συγγενείς πρώτου βαθμού;

Παρότι υπάρχει οικογενειακή προδιάθεση, δεν συστήνεται γενικευμένος έλεγχος όλων των ασυμπτωματικών συγγενών. Αν υπάρχουν περισσότερα περιστατικά στην οικογένεια, ιδιαίτερα δύο ή περισσότεροι συγγενείς πρώτου βαθμού με σχετικές παθήσεις, μπορεί να συζητηθεί εξατομικευμένος έλεγχος.

Ούτε πανικός ούτε αδιαφορία

Όταν το αποτέλεσμα γράφει «monoclonal gammopathy» ή «monoclonal component», το πρώτο βήμα είναι ο ασθενής να επικοινωνήσει με τον γιατρό που ζήτησε την εξέταση και να οργανώσει αξιολόγηση από αιματολόγο, έχοντας μαζί του πρόσφατες και παλαιότερες εξετάσεις. Ο ειδικός θα επιβεβαιώσει το εύρημα, θα αποκλείσει καταστάσεις που χρειάζονται αντιμετώπιση και θα καθορίσει την παρακολούθηση. Η μονοκλωνική πρωτεΐνη δεν ισοδυναμεί με καρκίνο, αλλά χρειάζεται εξήγηση και συγκεκριμένο σχέδιο ελέγχου, καταλήγει ο κ. Δημόπουλος.

ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ

Loading

Play