Ντόροθι Λαμούρ: Η εξωτική καλλονή, ο δρόμος προς τη δόξα και η ανθεκτικότητα που την έκανε θρύλο

Ντόροθι Λαμούρ: Η εξωτική καλλονή, ο δρόμος προς τη δόξα και η ανθεκτικότητα που την έκανε θρύλο

Η εξωτική καλλονή Ντόροθι Λαμούρ έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα του μεταπολεμικού Χόλιγουντ, με την αισθησιακή της εικόνα, τα μεγάλα μαύρα μάτια και την ιδιαίτερη παρουσία της. Παρά τη λάμψη, η πορεία της στηρίχθηκε στο ταλέντο, στην προσαρμοστικότητα και σε μια ανθεκτικότητα που την κράτησε για δεκαετίες στο προσκήνιο.

Με καταγωγή από την ισπανική, τη γαλλική και την ιρλανδέζικη πλευρά, η Λαμούρ συνδέθηκε από νωρίς με το σαρόνγκ που φόρεσε στην πρώτη της εμφάνιση στο φιλμ «Η Πριγκίπισσα της Ζούγκλας» το 1936 και έγινε σήμα κατατεθέν της. Η συνεργασία της σε έξι ταινίες της σειράς «Road to…» με τους Μπινγκ Κρόσμπι και Μπομπ Χόουπ τής άνοιξε τον δρόμο προς τη δόξα, ενώ παρέμεινε ενεργή και αγαπητή μέχρι τη δεκαετία του ’80, ακόμη και στα 70 της, σε μια βιομηχανία ιδιαίτερα σκληρή για τις γυναίκες ηθοποιούς.

Συμπληρώνονται 30 χρόνια από τον θάνατό της, στις 22 Σεπτεμβρίου 1996, και αυτή είναι μια αφορμή να θυμηθούμε τις κορυφαίες στιγμές της καλλιτεχνικής της διαδρομής, τη δύσκολη παιδική της ζωή, τη συμβολή της στη διάθεση πολεμικών ομολόγων στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και την ιστορία με μια μπάλα ποδοσφαίρου που σημάδεψε τον χαρακτήρα της.

Η καταγωγή, η φτώχεια και η μπάλα

Η Μαίρη Λέτα Ντόροθι Σλάτον, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1914 στη Νέα Ορλεάνη, κόρη της Κάρμεν Λουίζ και του Τζον Γουάτσον Σλάτον, οι οποίοι χώρισαν σχεδόν αμέσως. Η μητέρα της παντρεύτηκε αργότερα τον Κλάρενς Λαμούρ, από τον οποίο πήρε το επώνυμο με το οποίο έγινε γνωστή η Ντόροθι, όμως και αυτός ο γάμος οδηγήθηκε γρήγορα σε διαζύγιο. Μεγαλωμένη μέσα στην ανέχεια, η Λαμούρ στηριζόταν συχνά στην καλοσύνη των άλλων και είχε αφηγηθεί πως, όταν ήταν οκτώ χρόνων, μπήκε σε ένα παντοπωλείο της γειτονιάς χαζεύοντας τις κούκλες στη βιτρίνα, με τον ιδιοκτήτη να της χαρίζει μια μπάλα ποδοσφαίρου. Εκείνη η απρόσμενη κίνηση έγινε η αγαπημένη της παιδική ανάμνηση και, όπως έλεγε η ίδια, τη διαμόρφωσε, ενισχύοντας για πάντα τη διάθεσή της απέναντι στους αδύναμους.

Μις Νέα Ορλεάνη

Άφησε το σχολείο στα 14 της για να εργαστεί σε διάφορες δουλειές, από γραμματέας μέχρι χειρίστρια ασανσέρ σε πολυκατάστημα, ώστε να βγάζει τα προς το ζην και να βοηθά τη μητέρα της. Ξεκίνησε να παίρνει μέρος σε διαγωνισμούς ομορφιάς και κέρδισε τον τίτλο της Μις Νέα Ορλεάνη το 1931, ενώ η στενή της φίλη Ντόροθι Ντελ την έβαλε στον χώρο του θεάματος και σε παραγωγές επιθεώρησης στο Μπρόντγουεϊ. Αργότερα μετακόμισε με τη μητέρα της στο Σικάγο, όπου έκανε πολλές οντισιόν, μέχρι να την εντοπίσει ο Χέρμπι Κέι, αρχηγός μεγάλης μπάντας. Ο Κέι την προσέλαβε αμέσως ως τραγουδίστρια στην ορχήστρα του και, στη διάρκεια μεγάλης περιοδείας τους το 1935, παντρεύτηκαν, για να χωρίσουν τέσσερα χρόνια μετά. Αυτή η συνεργασία την έφερε στο βοντβίλ και στο ραδιόφωνο, όπου απέκτησε μάλιστα το δικό της εβδομαδιαίο 15λεπτο στην εκπομπή «The Chase and Sanborn Hour».

Από το βοντβίλ, στο Χόλιγουντ και στο σαρόνγκ

Το 1936 η Λαμούρ μετακινήθηκε στο Χόλιγουντ, πέρασε από δοκιμαστικό της Paramount και υπέγραψε συμβόλαιο με το στούντιο. Την ίδια χρονιά γύρισε την πρώτη της ταινία, το νεανικό «College Holiday», όπου είχε έναν μικρό ρόλο χορεύτριας. Λίγους μήνες αργότερα συμπρωταγωνίστησε με τον Ρέι Μίλαντ στην εξωτική περιπέτεια και μεγάλη επιτυχία «Η Βασίλισσα της Ζούγκλας», ως η ιθαγενής Ούλα, και από τότε χαρακτηρίστηκε η «βασίλισσα του σαρόνγκ», τίτλος που την ακολούθησε σε όλη της την καριέρα. Το τραγούδι που ερμηνεύει στην ταινία έγινε επίσης μεγάλη επιτυχία, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την εικόνα της με το σαρόνγκ και τη βελούδινη φωνή.

Τυφώνας

Την επόμενη χρονιά πρωταγωνίστησε ξανά με το σαρόνγκ της στην περιπέτεια «Ο Τυφώνας» του Τζον Χιούστον, ενώ ξεχώρισαν και οι εμφανίσεις της στα «Tropic Holiday», «Spawn of the North» δίπλα στον Χένρι Φόντα και τον Τζορτζ Ραφτ, καθώς και στο «St. Louis Blues». Αν και το σινεμά την ταύτισε με την εξωτική καλλονή, αυτό δεν την περιόρισε, καθώς πέρα από τις περιπέτειες, τα ρομάντζα και τα μιούζικαλ, έπαιξε επίσης σε νουάρ, θρίλερ, δράματα και γουέστερν. Με θάρρος και συνέπεια, στάθηκε ισάξια δίπλα σε θρύλους της υποκριτικής.

Ανοίγοντας τον δρόμο

Η δεκαετία του ’40 άρχισε με τον καλύτερο τρόπο, όταν κλήθηκε να σταθεί ανάμεσα στο δημοφιλές δίδυμο των Μπινγκ Κρόσμπι και Μπομπ Χόουπ για την παρωδία εξωτικών περιπετειών «Road to Singapore». Η ταινία ενθουσίασε το κοινό με το χιούμορ, τις σαρκαστικές ατάκες, τα αλλοπρόσαλλα γκαγκς, το χορογραφημένο σλάπστικ και τη χημεία των πρωταγωνιστών. Η ίδια έλεγε πως ένιωθε σαν «ένα λευκό ψωμάκι ανάμεσα σε δυο φέτες ζαμπόν». Με το σαρόνγκ της, η Λαμούρ υποδυόταν τη σοβαρή γυναίκα που προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στους αυτοσχεδιασμούς και τις τρέλες των δύο κωμικών.

Νοσταλγική ευχαρίστηση

Ακολούθησαν ακόμη έξι ταινίες, το «Ο Δρόμος προς τη Ζανζιβάρη» (1941), το «Ο Δρόμος προς το Μαρόκο» (1942), το «Ο Δρόμος προς την Ουτοπία» (1946), το «Ο Δρόμος προς το Ρίο» (1947), το «Ο Δρόμος προς το Μπαλί» (1952) και το «Ο Δρόμος προς το Χονγκ Κονγκ» (1962), όπου εμφανίστηκε σε εκτεταμένο γκεστ ύστερα από απαίτηση του Χόουπ. Όλες σημείωσαν τεράστια επιτυχία και εξακολουθούν να βλέπονται ευχάριστα, χαρίζοντας γέλιο αλλά και μια έντονη νοσταλγία για μια εποχή που μοιάζει πολύ μακρινή.

Η σχέση με τον Χούβερ

Η Ντόροθι Λαμούρ συνέχισε να γυρίζει ταινίες έως τη δεκαετία του ’80, να εργάζεται πολύ στην τηλεόραση και ακόμη περισσότερο στο θέατρο, όπου γνώρισε στιγμές αποθέωσης. Πρόλαβε να παντρευτεί ακόμη μία φορά και να αποκτήσει δύο παιδιά, ενώ είχε και ερωτική σχέση με τον Τζ. Έντγκαρ Χούβερ, τον πανίσχυρο αρχηγό του FBI. Στη δεκαετία του ’90, παρότι είχε αποσυρθεί, διατήρησε τη δημοτικότητά της και συνέχισε να εμφανίζεται επαγγελματικά, να δίνει συνεντεύξεις και να συμμετέχει σε αφιερώματα για την καριέρα της.

Ανθεκτικότητα

Το πάμπτωχο κορίτσι από τη Νέα Ορλεάνη που έφτασε στην κορυφή και κατέκτησε το Χόλιγουντ, αρχικά με την εξωτική της ομορφιά και στη συνέχεια με τη συνέπεια, το ταλέντο, τη βελούδινη φωνή και την ιδιαίτερη ανθεκτικότητά της, πέθανε το 1996, σε ηλικία 81 ετών, από καρδιακή προσβολή. Άφησε πίσω της έναν μύθο ντυμένο με ένα ταπεινό χρωματιστό πανί και, φυσικά, τη γαλήνια ματιά της.

Loading

Play