Οι νέες πρεμιέρες φέρνουν απόψε ξανά χιλιάδες θεατές στις αίθουσες, με τη «γιορτή» του σινεμά να επιστρέφει όπως την καθιέρωσαν οι αιθουσάρχες το 2022, με γενική είσοδο 3 ευρώ για το κοινό. Πέρσι είχαν συρρεύσει περίπου 120.0000 θεατές.
Φέτος, το κοινό θα βρει μπροστά του, πέρα από παλαιότερες επιτυχίες της σεζόν, πέντε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες καινούριες ταινίες, με κορυφαίες επιλογές το ιστορικό δράμα του Λάζλο Νέμες, «Μουλέν: Ο Αντιστασιακός», και το πολιτικό θρίλερ του Ταρίκ Σαλέχ, «Οι Αετοί της Δημοκρατίας». Στη λίστα βρίσκονται ακόμη τα φιλμ «Φτιαγμένος για Εκείνη», με την Ολίβια Κόλμαν και τον Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ, «Η Σκιά του Πατέρα μου», ένα τρυφερό δράμα από τη Νιγηρία, και το «Coyote vs. Acme», με το γνωστό καρτούν απέναντι στην ανθρώπινη απληστία.
Σε επετειακή επανέκδοση, για τα 80 χρόνια από την πρεμιέρα του, βγαίνει στις αίθουσες και το αθάνατο κλασικό αριστούργημα του Φρανκ Κάπρα «Μια Υπέροχη Ζωή», σαν πρόωρος χριστουγεννιάτικος μποναμάς.
Μουλέν: Ο Αντιστασιακός
(Moulin) Ιστορικό δράμα, γαλλικής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Λάζλο Νέμες, με τους Ζιλ Λελούς, Λαρς ‘Αιντινγκερ, Λουίζ Μπουργκουάν, Φελίξ Λεφέβρ, Μάρτιν Τσάρνικ, Πιέρ Νισέ, Κρίστιαν Χάρτινγκ κ.α.
Ο Λάζλο Νέμες, ένας από τους σημαντικότερους σημερινούς Ευρωπαίους σκηνοθέτες, που συστήθηκε με το συνταρακτικό αριστούργημά του «Ο Γιος του Σαούλ» πριν από 11 χρόνια, επιστρέφει και πάλι στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά το περσινό «Χωρίς Πατέρα». Εδώ εστιάζει στη σύλληψη του ηγέτη της γαλλικής αντίστασης Ζαν Μουλέν και στη βάναυση ανάκρισή του από τον διαβόητο ναζιστή εγκληματία Κλάους Μπάρμπι, γνωστό και ως «Χασάπη της Λυών».
Η ταινία, που διαγωνίστηκε στις Κάννες για τον Χρυσό Φοίνικα, ίσως ξένισε όσους περίμεναν πιο τολμηρό ύφος, τόσο στην αφήγηση όσο και στην αισθητική και στις ερμηνείες, όμως έχει περισσότερους λόγους να βάλει τη σκηνοθετική ευφυΐα του Νέμες στην υπηρεσία του διακυβεύματος.
Οι περίτεχνες σκηνοθετικές καινοτομίες και η αντισυμβατική αφήγηση μπορούν να περιμένουν την επόμενη ταινία του. Είναι φανερό ότι τον διακατέχει η ανάγκη να μιλήσει, με ιστορική αλήθεια, στο ευρύ κοινό. Η σθεναρή αντίσταση του Μουλέν απέναντι στο ανθρωπόμορφο τέρας, τον Μπάρμπι και τους ομοίους του, πρέπει να ιδωθεί από τους πολλούς. Και βέβαια, το ιστορικό του δράμα μπορεί να είναι συμβατικό, όμως είναι εξαιρετικά γυρισμένο και έχει από πίσω του άψογη παραγωγή.
Ο Ζαν Μουλέν πέφτει το 1943 με αλεξίπτωτο στη Γαλλία, με στόχο να ενώσει τη γαλλική αντίσταση υπό την εξόριστη ηγεσία του Ντε Γκολ. Αφού προηγουμένως αρνείται τις ερωτικές προτάσεις της συνδέσμου του, της γοητευτικής κόμισσας ντε Φορέζ, ο Μουλέν ξεκινά την αντιστασιακή του δράση. Πολύ γρήγορα συλλαμβάνεται, κρατείται στα κεντρικά γραφεία της Γκεστάπο και βρίσκεται ενώπιον του σαδιστή Κλάους Μπάρμπι, στα χέρια του οποίου βασανίζεται και αφήνει την τελευταία του πνοή, χωρίς οι Γερμανοί να του πάρουν κουβέντα για την επικείμενη απόβαση των συμμάχων στη Νορμανδία.
Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας αφορά τη «συνάντηση» Μουλέν-Μπάρμπι και τα απάνθρωπα βασανιστήρια σε ένα κελί. Ο Νέμες, όμως, μπορεί να δώσει γοητεία ακόμη και στο περιθώριο των πλάνων του, με τον ήχο να δίνει περιεχόμενο στην ιστορία και την εικόνα, ενώ μέσα από τη μηχανή των 35mm να δημιουργεί αισθήματα. Με χοντρό κόκκο, σκούρα πράσινα χρώματα, έντονο κοντράστ και στιγμές που πλησιάζουν το ασπρόμαυρο, με σταθερή κάμερα και βάρος στη δράση, παραδίδει ένα ρεσιτάλ κλασικής αφήγησης, που παραπέμπει και στο γαλλικό νουάρ του μακρινού παρελθόντος.
Θαυμασμός προκαλεί το ότι δεν εικονογραφεί τα τρομερά βασανιστήρια, αλλά μοιράζει ανατριχίλες βάζοντας τον θεατή σε μια γωνιά του κελιού.
Οι δικαιολογημένες ενστάσεις αφορούν κυρίως το σενάριο, που δεν μπαίνει στο βάθος των χαρακτήρων και μένει προσκολλημένο στα στερεότυπα του κινηματογραφικού είδους, αποφεύγοντας παράλληλα να απλώσει την πλοκή του έξω από το κελί. Έτσι, το σενάριο μοιάζει να έχει πάρει αποστάσεις από τη σκηνοθετική μαεστρία και την απαράμιλλη αισθητική της ταινίας.
Ο Ζιλ Λελούς, στιβαρός, μπαίνει στα παπούτσια των Λίνο Βεντούρα και Ζαν Γκαμπέν, αλλά μόνο ερμηνευτικά, αφού ο ρόλος του Μουλέν, του απλού ανθρώπου που γίνεται ήρωας για την ιδέα της ελευθερίας και του χρέους απέναντι στην πατρίδα, μένει ανολοκλήρωτος. Ο Λαρς ‘Αιντινγκερ, από την άλλη, χάνει το μέτρο υποδυόμενος τον ψυχοπαθή Μπάρμπι, παίζοντας με την υπερβολή και γέρνοντας πότε προς τον Χάνιμπαλ Λέκτερ και πότε προς καρικατούρα, λες και βγήκε από τις εκλάμψεις των Μόντι Πάιθονς. Αυτές οι μικρές, έστω και μεγάλες, αστοχίες δεν μειώνουν τη σημασία της ταινίας και το αριστοτεχνικό γύρισμά της από έναν μετρ της εικόνας και της αισθητικής.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Τον Ιούνιο του 1943, ο Ζαν Μουλέν, ηγέτης της Γαλλικής Αντίστασης, συλλαμβάνεται στην προσπάθειά του να ενώσει ξανά τις δυνάμεις του «Μυστικού Στρατού». Ανακρινόμενος από τον Κλάους Μπάρμπι, επικεφαλής της Γκεστάπο στη Λυών, ο Μουλέν δίνει την τελευταία του μάχη απέναντι στη βαρβαρότητα.
Φτιαγμένος για Εκείνη
(Wicker) Ρομαντική κομεντί, βρετανικής και αμερικάνικης παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία ‘Αλεξ Χιούστον Φίσερ και Έλενορ Γουίλσον, με τους Ολίβια Κόλμαν, Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ, Ελίζαμπεθ Ντεμπίκι, Μάρλι Σιου, Πίτερ Ντίνκλατζ κ.α.
Το εύρημα του άντρα, συζύγου και εραστή, φτιαγμένου από ψάθα, είναι ένα από τα πιο δυνατά ατού της ρομαντικής κομεντί φαντασίας των Αλεξ Χιούστον Φίσερ και Έλενορ Γουίλσον. Οι δημιουργοί έχουν την τύχη να διαθέτουν ένα ελκυστικό πρωταγωνιστικό ζευγάρι, την πάντα αξιόπιστη Ολίβια Κόλμαν και τον Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ, που προβάλλει τις υποκριτικές του δυνατότητες, παρότι… ψάθινος.
Ακόμη ένα θετικό στοιχείο είναι ότι ο ψάθινος ήρωας δεν προέρχεται από ψηφιακή επεξεργασία, αλλά από ένα χειροποίητο τερατώδες κοστούμι που φορά ο ανερχόμενος σταρ.
Το τολμηρό ερωτικό παραμύθι, που διαδραματίζεται στον μεσαίωνα και έχει στο κέντρο του μια αλλόκοτη ιστορία αγάπης, είναι κάτι παραπάνω από ανατρεπτικό ρομάντζο. Λειτουργεί ως αλληγορία με σύγχρονες αναφορές για την κατάρριψη του άνδρα-πρότυπο, τη σύμβαση του γάμου, τη γυναικεία επιθυμία και τη σεξουαλική απελευθέρωση, αλλά και ως παρατήρηση για τη γενικευμένη κακεντρέχεια των ανθρώπων που δεν αντέχουν να βλέπουν την ευτυχία των άλλων.
Σε ένα μεσαιωνικό απομονωμένο ψαροχώρι, με άκαμπτη πατριαρχική ιεραρχία, μια μοναχική και ανέραστη ψαρού απομονώνεται λόγω της επίμονης δυσοσμίας της και της απόρριψης του θεσμοθετημένου γάμου. Όταν οι ειρωνείες για την ανδρική της ταυτότητα εντείνονται, παραγγέλνει σαρκαστικά έναν σύζυγο φτιαγμένο από ψάθα σε έναν καλαθοποιό. Ο δεξιοτέχνης καλαθάς ζωντανεύει τον ψάθινο σύζυγο, που, παρότι τρομαχτικός, αποδεικνύεται αφοσιωμένος και ερωτικά αποδοτικός, χαρίζοντας στην ψαρού στιγμές ευτυχίας και προκαλώντας ταυτόχρονα τον φθόνο των χωρικών.
Φιλόδοξο σχέδιο, που πέρα από τον συνδυασμό πολλών κινηματογραφικών ειδών – από ρομαντική κομεντί φαντασίας μέχρι ταινία εποχής και σάτιρα – καταφέρνει να εντάξει σε ένα παραμύθι σημερινά ζητήματα και τη διαδρομή της κοινωνικής δομής μέχρι σήμερα, αναδεικνύοντας έναν κόσμο φτιαγμένο γύρω από τους άνδρες και τα θέλω τους.
Εύστοχες και οι παρατηρήσεις: Οι άνδρες ξεχωρίζουν από τη δουλειά τους, οι γυναίκες από τη σχέση με τον σύζυγό τους. Στον γάμο, ο άνδρας προσφέρει ένα δαχτυλίδι και μαζί ένα ασφυκτικό κολάρο στη σύζυγο.
Αυτό το κολάρο δεν το δέχεται η ηρωίδα και η άρνησή της προκαλεί αταξία, φανερώνοντας ότι το έδαφος των κοινωνικών συμβάσεων δεν είναι τόσο στέρεο. Αν ο ιδανικός σύζυγος και εραστής είναι ένα ψάθινο σκιάχτρο, τότε τι νόημα έχει η κυριαρχία των ανδρών στην κοινωνία;
Μέχρι εδώ άψογα. Όμως, στην εκτέλεση, οι δύο σκηνοθέτες κάπου χάνουν τη συνοχή των ιδεών τους και δείχνουν αμηχανία, ενώ το σενάριο αφήνει πολλά κενά γύρω από τον ψάθινο χαρακτήρα.
Η Ολίβια Κόλμαν ξέρει να κρατά τα γκέμια του παράδοξου ρόλου της και ξεχωρίζει ως μία αθυρόστομη ηρωίδα που κινείται με άνεση ανάμεσα στο σπαραξικάρδιο δράμα και την κωμωδία, ενώ ο Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ προσφέρει μία εκφραστική ερμηνεία, με τη συγκρατημένη ξύλινη κίνησή του.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Σε ένα απομονωμένο χωριό, μια περιθωριοποιημένη ψαρού παραγγέλνει έναν σύζυγο από τον τοπικό καλαθοπλέκτη. Όταν ο ψάθινος άντρας αποδεικνύεται πιο γοητευτικός και ζωντανός απ’ όσο περίμενε, η σχέση τους της δίνει μια νέα αίσθηση ελευθερίας και αυτοπεποίθησης, προκαλώντας παράλληλα ζήλια και αναστάτωση στην κλειστή κοινωνία του χωριού.
Οι Αετοί της Δημοκρατίας
(Eagles of the Republic) Πολιτικό θρίλερ, σουηδικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Ταρίκ Σαλέχ, με τους Φαρές Φαρές, Λίνα Κούντρι, Αμρ Ουακέντ, Σεριέν Νταμπίς, Ζινέμπ Τρίκι κ.α.
Η ανυπομονησία για το τελευταίο μέρος της «Τριλογίας του Καΐρου» του Ταρίκ Σαλέχ, ενός από τους πιο ικανούς σκηνοθέτες της γενιάς του και διακριμένου σε ένα είδος όπως το πολιτικό θρίλερ, δικαιώνει για ακόμη μία φορά τις υψηλές προσδοκίες. Το είδος, πέρα από ελάχιστες εκλάμψεις, διανύει περίοδο παρακμής.
Ο Σουηδό-Αιγύπτιος σκηνοθέτης, έπειτα από τις δύο έξοχες ταινίες του «Κάιρο Εμπιστευτικό», του 2017, και «Η Συνωμοσία του Καΐρου», του 2022, για την οποία κέρδισε βραβείο σεναρίου στις Κάννες, επιστρέφει με αυτοπεποίθηση για να επικρίνει τη διαφθορά, τον καθεστωτικό αυταρχισμό και τη λογοκρισία στην αγαπημένη του Αίγυπτο. Αυτή τη φορά, όμως, αλλάζει ύφος και βάζει το σύμπαν του κινηματογράφου στο επίκεντρο της ιστορίας του.
Χωρίς να χάνει ποτέ το χιούμορ και τον στοχασμό του, ο Σαλέχ στήνει ένα μαύρο κωμικό πολιτικό θρίλερ για τη χρησιμότητα των ανθρώπων του θεάματος και τη δύναμη του σινεμά στην υπηρεσία της πολιτικής προπαγάνδας.
Κάνοντας πρεμιέρα στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ Καννών και κερδίζοντας πολλά βραβεία στη Σουηδία, η ταινία του είναι μια, πολλές φορές, ξέφρενη πολιτική σάτιρα, βγαλμένη από το πνεύμα δημιουργών όπως ο Μπίλι Γουάιλντερ ή ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, που εξελίσσεται σε θρίλερ για τη συνενοχή και την απώλεια της ελευθερίας.
Στην Αίγυπτο των τελευταίων χρόνων, ο πρόεδρος που ανέλαβε με πραξικόπημα το αξίωμά του διανύει την τρίτη θητεία του. Την ίδια ώρα, ο διασημότερος σταρ της χώρας, ο ηθοποιός Ζορζ Φάχμι, που γίνεται αντικείμενο λατρείας και χαρακτηρίζεται ως ο «Φαραώ» του αιγυπτιακού κινηματογράφου, βλέπει την καριέρα του να παίρνει την κατηφόρα. Σε αυτή την καμπή, η κυβέρνηση τού προτείνει να ενσαρκώσει τον ίδιο τον πρόεδρο σε μια βιογραφική αγιογραφία κρατικής παραγωγής με τίτλο «Η Βούληση του Λαού». Η πρόταση δεν μπορεί να απορριφθεί, παρά τις χαλαρές αντικαθεστωτικές του πεποιθήσεις, καθώς διακρίνει έναν εκβιασμό και την ευκαιρία να σώσει αγαπημένα του πρόσωπα που απειλούνται από το καθεστώς. Κι όμως, ούτε αυτό είναι απλό για τον ηθοποιό, που συνειδητοποιεί τα σκοτεινά παιχνίδια των αξιωματούχων του καθεστώτος.
Η ταινία ξεκινά ως σάτιρα, τόσο του αυταρχικού καθεστώτος όσο και της βαριάς κινηματογραφικής βιομηχανίας και του star system, και εστιάζει στον σταρ, τον αυτάρεσκο, μεσόκοπο πλέον γόη, που έχει σχέση με μία νεότατη σύντροφο, επιμένει να κυκλοφορεί με μια παλιά λιμουζίνα και να ζει μια εντελώς άτακτη ζωή, ενώ αποφεύγει τις δύσκολες συζητήσεις χρησιμοποιώντας ατάκες από τους ρόλους του.
Παράλληλα, αξιωματούχοι σε ρόλο δημιουργών και παραγωγών της βιογραφίας του προέδρου θυμίζουν ήρωες κωμωδιών του ’50, με τις γκάφες τους – ο Σέξπιρ ήταν Αιγύπτιος και το αραβικό του όνομα ήταν «Σεΐχης Ζουπίρ» – και τον μεταδιδόμενο σαν ίωση ναρκισσισμό τους να προκαλεί γέλια μέχρι δακρύων.
Στο δεύτερο μέρος, το φιλμ μεταμορφώνεται σε πολιτικό θρίλερ και περνά σε κατά μέτωπο επίθεση προς το ανάλγητο καθεστώς και τις μηχανορραφίες των αδίστακτων αξιωματούχων του, κάτι που έχει νιώσει και ο ίδιος στο πετσί του ο Σαλέχ, ο οποίος εκδιώχθηκε οριστικά από την Αίγυπτο το 2015 και βρήκε καταφύγιο στη Σουηδία.
Αν απέφευγε προς το τέλος και μια χαοτική δόση στα όσα συμβαίνουν στα παρασκήνια της εξουσίας, η ταινία του θα ήταν μία από τις καλύτερες των τελευταίων χρόνων. Ο Σαλέχ δεν χάνει ποτέ την προσήλωσή του στο απαιτητικό σινεμά και στη μετάδοση μιας εξαιρετικά γοητευτικής ατμόσφαιρας, μένοντας πιστός στο πνευματώδες σχόλιο και αποφεύγοντας το ευτελές. Έτσι καταφέρνει να ικανοποιήσει και να ενώσει τόσο τους «ψαγμένους» σινεφίλ όσο και το ευρύ κοινό, στο οποίο πιθανότατα απευθύνεται.
Ο Φαρές Φαρές, ο σπουδαίος Λιβανο-Σουηδός ηθοποιός και πρωταγωνιστής του Σαλέχ και στις δύο προηγούμενες ταινίες του, με το ξερακιανό, αρρενωπό πρόσωπό του και την αετίσια μύτη, αποδίδει εύγλωττα τη ματαιοδοξία ενός σταρ, αλλά και μια διαπεραστική ματιά που φανερώνει το εσωτερικό του αισθηματικό τραύμα και το άγχος της επαπειλούμενης κατάρρευσης. Μόνιμα αγχωμένος και γεμάτος αυτολύπηση, είναι για μία ακόμη φορά υποδειγματικός και απίστευτα μαγνητικός.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ο Ζορζ Φάχμι, ο πιο αγαπητός ηθοποιός της Αιγύπτου, πιέζεται να πρωταγωνιστήσει σε μια ταινία που του ανατέθηκε από τις υψηλότερες αρχές της χώρας. Δέχεται απρόθυμα και βρίσκεται στον ενδόμυχο κύκλο της εξουσίας και των επικίνδυνων μηχανορραφιών.
Η Σκιά του Πατέρα μου
(My Father’s Shadow) Δραματική ταινία, βρετανικής και νιγηριανής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Ακινόλα Ντέιβις Τζούνιορ, με τους Σόπε Ντιρίσου, Τσιμπουίκε Μάρβελους Έγκμπο, Γκόντγουιν Έγκμπο, Έφον Γουίνι κ.α.
Τα κεφάλαια είναι βρετανικά, όλα τα υπόλοιπα νιγηριανά, και έτσι η ταινία γίνεται ένα νιγηριανό δράμα ενηλικίωσης και περιπλάνησης στους δύσκολους δρόμους μιας τεράστιας αφρικανικής χώρας με ατελείωτες πολιτικές και κοινωνικές αναταραχές και εκτεταμένη διαφθορά. Μια «κατάρα» που αναπαράγεται συνεχώς λόγω των πολύ πλούσιων φυσικών πόρων κρατά τεράστια τμήματα του πληθυσμού στην ανέχεια και στο κοινωνικό περιθώριο.
Αυτό είναι το φυσικό και πραγματικό σκηνικό μέσα στο οποίο ξεδιπλώνει την ιστορία του ο πρωτοεμφανιζόμενος Νιγηριανό-Βρετανός σκηνοθέτης Ακινόλα Ντέιβις Τζούνιορ, με σημαντική παρουσία στη διαφήμιση μεγάλων οίκων μόδας. Κατάφερε, δικαίως, να διακριθεί στο παράλληλο τμήμα του Φεστιβάλ Καννών, να κερδίσει το BAFTA καλύτερου ντεμπούτου και να αποτελέσει την επίσημη πρόταση της Βρετανίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ.
Ο Φολαρίν, εργάτης που λείπει συνεχώς από το σπίτι του, επιστρέφει ξαφνικά στο χωριό του και βλέπει μετά από καιρό τους δύο γιους του, τον 11χρονο Ρέμι και τον 8χρονο ‘Ακιν. Παίρνοντάς τους μαζί του, ξεκινά ταξίδι προς τη μεγάλη και χαοτική πρωτεύουσα, το Λάγος, για να εισπράξει τα δεδουλευμένα έξι μηνών από το αφεντικό του. Όταν φτάνουν, ανακαλύπτει ότι ο πρώην εργοδότης του έχει εξαφανιστεί και, αντί να επιστρέψει στο χωριό, αποφασίζει να περάσει μια μέρα με τα παιδιά του στη μεγαλούπολη, συναντώντας φίλους του από το παρελθόν, ενώ την ίδια ώρα η Νιγηρία πλήττεται για μία ακόμη φορά από πολιτικές αναταραχές.
Γυρισμένη σε φιλμ 16mm, για να δίνει την αίσθηση ανάμνησης οικογενειακού βίντεο – κάτι που ενισχύουν και τα μυστηριώδη, αποσπασματικά φλας μπακ αναμνήσεων – η ταινία ξεχωρίζει για την καρδιά και τη λυρικότητά της. Οι συναρπαστικές σκηνές με φόντο την όμορφη χώρα, που δοκιμάζεται από πολιτικές ξενοκίνητες, κατά βάση, ραδιουργίες, μεγάλη διαφθορά και ακόμη μεγαλύτερη φτώχεια, δένονται με τη τρυφερή σχέση πατέρα – παιδιών, η οποία οδηγείται σε μελαγχολικό φινάλε. Όπως και η Νιγηρία, που μετά την εξέγερση του λαού τελικά κλείνει με πραξικόπημα.
Προηγουμένως, όμως, το φιλμ αναδεικνύει την απουσία του πατέρα, που δεν είναι αποτέλεσμα αποξένωσης αλλά περισσότερης αγάπης για τα παιδιά του. Μια θυσία με πολλά ερωτηματικά, όπως λέει και ο ευάλωτος ψυχικά και σωματικά πατέρας κάποια στιγμή: «αρκεί να μην είναι για τους λάθος λόγους».
Έξοχο φιλμ, που πίσω από τη σκληρότητα των γεγονότων και των εικόνων κρύβει μια ευγένεια και μια συγκινητική τρυφερότητα, την οποία μεταφέρει με αυθεντικότητα και βαθιά γνώση ο Ντέιβις. Χτίζει επίσης υπέροχους χαρακτήρες, που υπηρετούν ιδανικά ο πρωταγωνιστής Σόπε Ντιρίσου και τα δύο χαρισματικά παιδιά, με τη ματιά τους να μοιάζει με την κάμερα, τη συνείδηση και την αθωότητα που πρέπει να προστατευθεί πάση θυσία.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Δύο μικρά αδέλφια από ένα χωριό ταξιδεύουν με τον μόνιμα απόντα πατέρα τους στο Λάγος το 1993, μέσα σε μια περίοδο πολιτικής κρίσης και εκλογικής αναταραχής στη Νιγηρία.
Coyote vs. Acme
(Coyote vs. Acme) Κωμωδία κινουμένων σχεδίων, αμερικάνικης παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Ντέιβ Γκριν, με τους Γουίλ Φόρτε, Λάνα Κόντορ, Τζον Σίνα, Τόουν Μπελ, Μάρθα Κέλι, Λουίς Γκουζμάν κ.α.
Κινηματογραφικό υβρίδιο ζωντανής δράσης και animation που, μετά από πολλές περιπέτειες, φτάνει στις αίθουσες προς μεγάλη χαρά των φίλων των Looney Tunes και ειδικά του ταλαίπωρου Κογιότ, του ακούραστου και τσαλαπατημένου διώκτη του «μπιμπ μπιμπ». Η περιπέτεια της ταινίας ξεκίνησε το 2015, όταν άρχισε να σχεδιάζεται, και κορυφώθηκε το 2023, όταν η Warner Bros. Discovery αποφάσισε ξαφνικά να την αποσύρει από την κυκλοφορία, παρότι είχε ολοκληρωθεί, σε μια επιχείρηση διαγραφής φορολογικών ζημιών!
Οι αντιδράσεις από δημιουργούς, εργαζόμενους και λάτρεις των animatons, κυρίως στο διαδίκτυο, κράτησαν ζωντανή την ταινία και τελικά η Warner παραχώρησε τα δικαιώματά της σε μία ανεξάρτητη εταιρεία, αντί πολλών εκατομμυρίων δολαρίων.
Και έτσι, το στόρι της χαριτωμένης ταινίας έρχεται να δικαιώσει τους δημιουργούς της, τον σκηνοθέτη Ντέιβ Γκριν («Χελωνονιντζάκια 2»), τους σεναριογράφους και όσους εργάστηκαν γι’ αυτήν. Το θέμα της μπορεί να ιδωθεί και ως η εκμετάλλευση του καλλιτεχνικού έργου από την εταιρική απληστία και την εμμονή των στελεχών του Χόλιγουντ στο κέρδος και στη βεβαιότητά τους ότι είναι πάνω από κάθε έλεγχο και νόμο.
Ύστερα από δεκαετίες αλλεπάλληλων καταστροφών, εκρήξεων και τραυματισμών στην προσπάθειά του να πιάσει το Roadrunner, ο Κογιότ αποφασίζει ότι έφτασε η ώρα να αντιδράσει. Κουρασμένος από το γεγονός ότι τα προϊόντα της εταιρείας ACME – ρουκέτες, δυναμίτες, μαγνήτες, παγίδες – αποτυγχάνουν διαρκώς ή εκρήγνυνται στα χέρια του, αποφασίζει να μηνύσει την εταιρεία για ελαττωματικά προϊόντα. Για να φέρει εις πέρας τη δίκη, προσλαμβάνει έναν μάλλον αποτυχημένο δικηγόρο, που θα βρει απέναντί του έναν γλοιώδη νομικό σύμβουλο της εταιρείας, ενώ αποκαλύπτεται και μια ευρύτερη εταιρική συνωμοσία.
Αν και το ψηφιακό animation, με την καθαρότητα και τη λάμψη του, χάνει από τη γοητεία του σκίτσου και του αυθεντικού ταλέντου της χρυσής εποχής των ταινιών κινούμενων σχεδίων, η συγκίνηση που προκαλεί στους παλαιότερους είναι μεγάλη. Το ίδιο και η επανεμφάνιση του Κογιότ, που μεγάλωσε γενιές και γενιές και για πολλούς ήταν το πιο συμπαθές καρτούν, στην προσπάθειά του να πιάσει τον «μπιμ μπιμπ», μαζί με τον γατούλη Σιλβέστερ που κυνηγούσε τον Τουίτι.
Ο Ντέιβ Γκριν, με το ένα μάτι προς το έξοχο «Ποιος παγίδεψε τον Ρότζερ Ράμπιτ» και με το άλλο προς δικαστικά χολιγουντιανά δράματα, στήνει μια δικαστική κωμωδία με ξεκαρδιστικές στιγμές – ειδικά όταν στο πλάνο βρίσκονται τα καρτούν – και στέλνει κάποια μηνύματα, έστω και χλωμά, για τον άκρατο καπιταλισμό.
Ο συνδυασμός ζωντανής δράσης και animation κινείται σε ικανοποιητικά επίπεδα, όμως θα ήταν προτιμότερο να είχε αποφύγει την ύπαρξη ηθοποιών στο φιλμ και την επέκταση του δικαστικού μέρους, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στους ήρωες των παιδικών μας χρόνων, που με μια γομολάστιχα, όπως αποδείχθηκε, μπορούσαν να τους σβήσουν τα στούντιο, όπως και όσους δούλευαν για τη δημιουργία τους.
Ο πρωταγωνιστής Γουίλ Φόρτε είναι πάντως ικανοποιητικός, ακόμη καλύτερη η Λάνα Κόντορ και πειστικός ο μοχθηρός Τζον Σίνα, όμως τα καρτούν, με πρώτο τον Κογιότ, κλέβουν την παράσταση, όπως και η συγκινητική, animation έκδοση, του αξέχαστου Πίτερ Λόρε.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ύστερα από δεκαετίες αλλεπάλληλων καταστροφών, εκρήξεων και τραυματισμών, στην προσπάθειά του να πιάσει το Roadrunner, ο Κογιότ αποφασίζει ότι έφτασε η ώρα να αντιδράσει και να κινηθεί νομικά. Βρίσκει έναν αποτυχημένο δικηγόρο και μηνύει την ACME, της οποίας ηγείται ο πανίσχυρος γλοιώδης σύμβουλος Μπάντι Γκρέιν.
Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:
Μποϊούνα: Τρόμος στον Αμαζόνιο
(Beware Boiuna) Το λέει και ο τίτλος, «τρόμος στον Αμαζόνιο». Η ταινία, αμερικάνικης παραγωγής 2026, του Μάικ Νέλσον, είναι παρόμοια με αυτές του τύπου «Ανακόντα», με τη διαφορά ότι αυτή τη φορά το τεράστιων διαστάσεων φίδι ακούει στο όνομα Μποϊούνα και έχει αρχαίες καταβολές. Τα μέλη μιας ανθρωπιστικής αποστολής στον Αμαζόνιο θα έρθουν αντιμέτωπα με ένα φίδι τέρας που θέλει να τους εξολοθρεύσει. Πρωταγωνιστούν οι Κιάνα Μαδέιρα, Τζέσικα Ροθ, Τζάκσον Μπιους κ.α.
Τερατο-Μία
(Monster Mia) Χαριτωμένο γερμανικό ψηφιακό animation της Βερένα Φελς, με αναφορές στον γερμανικό εξπρεσιονισμό και στις κλασικές κινηματογραφικές μορφές τεράτων, όπως ο Δράκουλας και ο Φρανκεστάιν. Ηρωίδα της ιστορίας είναι η Μία, ένα άτακτο κορίτσι που λατρεύει τα εκκεντρικά ρούχα και τον κατοικίδιο αρουραίο της και είναι πεπεισμένη ότι υπάρχουν τέρατα, τα οποία συναντά σε μια αυστηρή ακαδημία, όπου στέλνεται έπειτα από μία ακόμη φασαρία που προκάλεσε. Το φιλμ προβάλλεται μεταγλωττισμένο στα ελληνικά με τις φωνές των Έλενα Δελακούρα, Πέγκυ Μανωλά, Αρετή Πασχάλη, Δημήτρη Παπαδάτου, Κωνσταντίνου Κουνέλλα, Χίλντα Ηλιοπούλου κ.α.
Μια Υπέροχη Ζωή
(It’s a Wonderful Life) Το αριστούργημα του Φρανκ Κάπρα δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, καθώς είναι μία από τις εμβληματικότερες ταινίες της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ. Ένα φιλμ που αναγεννήθηκε μέσα από την τηλεόραση και καθιερώθηκε ως κλασικό, αφού στην εποχή του πολεμήθηκε με δριμύτητα εξαιτίας του θέματος και χαρακτηρίστηκε ακόμη και αντεθνικό ή «κρυφοκομμουνιστικό». Ο σπουδαίος δημιουργός αθάνατων ταινιών φτιάχνει ένα περίτεχνο λαϊκό παραμύθι, απίστευτης ομορφιάς και εγκαρδιότητας, για να στηλιτεύσει την απληστία του καπιταλισμού και τη νέα θρησκεία του χρήματος και να υμνήσει την αλληλεγγύη, τη σημασία της κοινότητας και την ανθρωπιά. Ο Τζίμι Στιούαρτ δίνει μια ερμηνεία ζωής, ενώ το έξοχο καστ συμπληρώνεται από τη Ντόνα Ριντ, τον Λάιονελ Μπάριμορ, τον Τόμας Μίτσελ και την Κάρολιν Γκράιμς. Επετειακή επανέκδοση για τα 80 χρόνια από την πρεμιέρα της θρυλικής ταινίας και μια ευκαιρία να δούμε τις πάμπολλες σκηνές ανθολογίας σε μεγάλη οθόνη.
![]()
