Προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του συστήματος παιδικής προστασίας στην Ελλάδα καταθέτει το Δίκτυο Οργανώσεων Παιδικής Προστασίας, ένας συνασπισμός κορυφαίων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που ειδικεύονται στη μέριμνα για τα ευάλωτα παιδιά. Το Δίκτυο επιδιώκει διαβούλευση με τους αρμόδιους κρατικούς φορείς, αλλά και δημόσια παρέμβαση όπου χρειάζεται.
Όπως λέει ο συντονιστής του Δικτύου, Στέργιος Σιφνιός, η συζήτηση για τις ανάγκες της παιδικής προστασίας δεν μπορεί να περιορίζεται στις στιγμές όπου ακραίες υποθέσεις, σαν αυτή της Κυψέλης, βρίσκονται στο επίκεντρο της δημοσιότητας, αλλά πρέπει να μένει ζωντανή στον δημόσιο διάλογο, ώστε επιτέλους το σύστημα να αναμορφωθεί.
Όσα κράτη-μέλη της ΕΕ δεν έχουν θεσμούς συντονισμού παιδικής προστασίας, πρέπει να τους δημιουργήσουν.
Κεντρική πρόταση του Δικτύου είναι η σύσταση ενιαίου συντονιστικού φορέα παιδικής προστασίας, καθώς το βασικότερο πρόβλημα που εντοπίζει είναι ο κατακερματισμός των υπηρεσιών. Στην Ελλάδα λειτουργούν παράλληλα επτά διαφορετικά δίκτυα κοινωνικοπρονοιακών υπηρεσιών, υπαγόμενα σε διαφορετικά επίπεδα της δημόσιας διοίκησης — όπως οι Δήμοι και το Υπουργείο Εσωτερικών, οι Περιφέρειες ή τα υπουργεία Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δικαιοσύνης, Υγείας και Παιδείας — το καθένα με διαφορετικό τρόπο λειτουργίας.
Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί του Δικτύου, το αποτέλεσμα είναι ότι κανένας φορέας δεν έχει την πλήρη εποπτεία μιας υπόθεσης. Κάθε υπηρεσία διαχειρίζεται μόνο το δικό της κομμάτι, με συνέπεια να χάνεται το παιδί ανάμεσα στις αρμοδιότητες — κάτι που φάνηκε όχι μόνο στην υπόθεση της Κυψέλης, όπου τα παιδιά πέρασαν πολλές φορές από τις αρμόδιες υπηρεσίες χωρίς να προστατευτούν, αλλά και σε άλλες περιπτώσεις.
Δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια πρόταση έχει διατυπώσει πολλές φορές και ένας από τους επιφανέστερους ειδικούς της παιδικής προστασίας, ο Γιώργος Νικολαΐδης, ψυχίατρος και Διευθυντής Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, με πιο πρόσφατη την παρέμβασή του με άρθρο του προ ημερών στο in, όπου σημειώνει: Η ενοποίηση όλων των κοινωνικών υπηρεσιών σε έναν ενιαίο φορέα, αυτοδύναμο από άλλους τομείς της δημόσιας διοίκησης (δικαιοσύνη, υγεία, εκπαίδευση κλπ), είναι προϋπόθεση για την ουσιαστική αναβάθμιση της λειτουργίας τους.
Άλλωστε, ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, σε έκθεσή του (2023-24), αναφέρει ότι 20 κράτη-μέλη έχουν πρωτεύοντες θεσμούς παιδικής προστασίας. Οι θεσμοί αυτοί λειτουργούν ως κεντρικοί κόμβοι συντονισμού και επιμερισμού πόρων ανάμεσα στους κυβερνητικούς οργανισμούς, τις ΜΚΟ, τις αστυνομικές αρχές και τους παρόχους υγείας. Όσα δεν έχουν τέτοιους θεσμούς, πρέπει να τους δημιουργήσουν.
Αποστολή του φορέα αυτού θα είναι, σύμφωνα με την πρόταση του Δικτύου, να συγκεντρώνει την ευθύνη παρακολούθησης κάθε παιδιού σε κίνδυνο από τη στιγμή του εντοπισμού έως τη μόνιμη τοποθέτησή του σε ασφαλές περιβάλλον, αντί της σημερινής κατανομής αρμοδιοτήτων σε πολλαπλά υπουργεία χωρίς συνολική εποπτεία.
Αυτό θα σημάνει την ενίσχυση της διακλαδικής/διατομεακής συνεργασίας μεταξύ εισαγγελέα, αστυνομίας, κοινωνικού λειτουργού, παιδοψυχιάτρου, παιδιάτρου και εκπαιδευτικού, με θεσμοθετημένα κανάλια επικοινωνίας και ενημέρωσης, ώστε καμία πληροφορία ή καταγγελία να μη χάνεται ανάμεσα σε υπηρεσίες.
Χαρακτηριστική ως προς την επείγουσα ανάγκη ενιαίου συντονισμού είναι και η υπόθεση που μόλις χθες ήρθε να προστεθεί στις προηγούμενες — αυτή της 18χρονης στα Χανιά, την οποία συνέλαβαν διότι το μόλις 17 ημερών βρέφος της κατέληξε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Βενιζέλειου Νοσοκομείου με βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Σύμφωνα με ανακοίνωση του Χαμόγελου του Παιδιού, το 2013 η οργάνωση έμαθε μέσω ανώνυμης καταγγελίας ότι η 4χρονη τότε, και 18χρονη μητέρα σήμερα, ήταν θύμα σωματικής κακοποίησης από τους γονείς της και ενημέρωσε την εισαγγελία. Εννέα χρόνια αργότερα, το 2022, και με την έκβαση της προηγούμενης καταγγελίας να είναι άγνωστη, ζητήθηκε από το Χαμόγελο να μεταφέρει το ίδιο κορίτσι, 14 χρόνων πια, από ένα νοσοκομείο όπου βρισκόταν κατόπιν εισαγγελικής εντολής σε ένα άλλο. Στη συνέχεια, τα ίχνη της είναι και πάλι άγνωστα, ώσπου συνελήφθη στα Χανιά, με το βρέφος της να βρίσκεται στην εντατική.
Υποθέσεις σαν κι αυτή δείχνουν και την ανάγκη ενεργοποίησης ενιαίου πρωτοκόλλου δράσης των διαφόρων υπηρεσιών, με τα ίχνη των παιδιών να χάνονται σε πολλαπλές εμφανίσεις τους στο σύστημα χωρίς ενιαίο συντονισμό.
Όπως τονίζει το Δίκτυο, ήδη από το 2017 το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, μαζί με το ΕΚΚΑ (Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης) και τον ΣΚΛΕ (Σύνδεσμο Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος), έχει εκπονήσει Πρωτόκολλο Διερεύνησης, Διάγνωσης και Διαχείρισης Κακοποίησης και Παραμέλησης Παιδιών. Ένα αντίστοιχο πρωτόκολλο για τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών είχε εκπονηθεί από διακλαδική επιστημονική ομάδα το 2023 στα πλαίσια της Εθνικής Στρατηγικής για την Σεξουαλική Κακοποίηση Ανηλίκων, ενώ η UNICEF έχει εκδώσει αντίστοιχο οδηγό για τις Εισαγγελίες Ανηλίκων και τις Κοινωνικές Υπηρεσίες, αλλά κανένα από τα τρία δεν έχει θεσμοθετηθεί έως σήμερα.
Χωρίς κοινό πρωτόκολλο, εισαγγελέας, αστυνομία, κοινωνικός λειτουργός, παιδοψυχίατρος, παιδίατρος και εκπαιδευτικός δεν έχουν κοινή γραμμή δράσης ούτε σαφή, δεσμευτικά βήματα συνεργασίας.
Αντίστοιχη είναι και η τοποθέτηση του κ. Νικολαΐδη, ο οποίος έχει διατελέσει πρόεδρος της Επιτροπής Λανζαρότε (για την προστασία των παιδιών από τη σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση) του Συμβουλίου της Ευρώπης και υπενθυμίζει ότι σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες για τα περιστατικά κακοποίησης-παραμέλησης παιδιών υπάρχουν θεσμοθετημένα ενιαία πρωτόκολλα αντιμετώπισης τέτοιων περιστατικών που προβλέπουν με σαφήνεια πότε κάνει ποιος τι, πώς οφείλουν να συντονιστούν και να συνεργαστούν εισαγγελίες, η αστυνομία, οι κοινωνικές υπηρεσίες, οι υπηρεσίες σωματικής και ψυχικής υγείας και κάθε άλλος δυνητικά εμπλεκόμενος. Στην Ελλάδα, ενώ υπάρχουν αρκετά τέτοια πρωτόκολλα, δυστυχώς ακόμα δεν έχει θεσμοθετηθεί κανένα ώστε να είναι δεσμευτικό και καθολικής εφαρμογής.
Ωστόσο, όπως έχει ήδη αναδείξει το in σε πρόσφατο ρεπορτάζ, ένα σύστημα παιδικής προστασίας δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς επαρκή στελέχωση των προνοιακών υπηρεσιών. Όπως επισημαίνει το Δίκτυο, σύμφωνα με τον ΣΚΛΕ, σε σύνολο 332 δήμων της χώρας υπηρετούν μόλις 545 μόνιμοι κοινωνικοί λειτουργοί. Σε αρκετές περιοχές η αναλογία φτάνει το ένα άτομο ανά 30.000 κατοίκους, ενώ υπάρχουν δήμοι χωρίς κανέναν κοινωνικό λειτουργό. Επιπλέον, τα 2/3 του προσωπικού των κοινωνικών υπηρεσιών εργάζεται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, με αποτέλεσμα συνεχή εναλλαγή προσωπικού και έλλειψη συνέχειας στην παρακολούθηση των υποθέσεων.
Γι’ αυτό και το Δίκτυο υποστηρίζει το πάγιο αίτημα του ΣΚΛΕ για θεσμοθέτηση Εθνικής Αναλογίας Κοινωνικών Λειτουργών ανά πληθυσμό στους δήμους, με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα (προτεινόμενη αναλογία: 1 κοινωνικός λειτουργός ανά 2.500 κατοίκους — που θα σήμαινε περίπου 4.400 θέσεις πανελλαδικά, έναντι των σημερινών 545 μονίμων στελεχών) και συνακόλουθο πρόγραμμα προσλήψεων μόνιμου προσωπικού.
Στις προτάσεις του Δικτύου προς τους αρμόδιους φορείς της Πολιτείας, και ιδιαίτερα προς τα αρμόδια υπουργεία, όπως το Δικαιοσύνης και το Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, συγκαταλέγονται ακόμη μέτρα βελτίωσης του συστήματος, όπως η σύσταση Κοινωνικών Υπηρεσιών στα Πρωτοδικεία, με ενεργοποίηση του σχετικού νόμου του 1996 που δεν έχει εφαρμοστεί ποτέ· η υλοποίηση της επείγουσας επαγγελματικής αναδοχής, η οποία παρά τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης δεν προχωρά ικανοποιητικά, έχοντας συγκεντρώσει ελάχιστους αναδόχους· η ορθή λειτουργία των προβλεπόμενων Σπιτιών του Παιδιού, αρμόδιων για τη δικανική εξέταση παιδιών θυμάτων κακοποίησης· καθώς και η αυστηρότερη τήρηση της προστασίας προσωπικών δεδομένων ανηλίκων θυμάτων στη δημόσια και δημοσιογραφική κάλυψη τέτοιων υποθέσεων, με οδηγίες που παρέχει και ο Οδηγός για την προστασία των παιδιών στα Μέσα Ενημέρωσης και ο ρόλος των επαγγελματιών στα ΜΜΕ της UNICEF, μεταξύ άλλων.
Τέλος, το Δίκτυο επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την ειδική έκθεση του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ για την Ελλάδα (2024), στη χώρα μας απουσιάζει η ίδια η νομική υποχρέωση για προληπτική δράση, ενώ υπάρχει δομική απουσία εντολής και όχι απλώς πόρων. Οι κοινωνικές υπηρεσίες, όπως αναφέρει η έκθεση, ενεργοποιούνται κατά κανόνα μόνο ύστερα από εισαγγελική εντολή διερεύνησης και αποδεσμεύονται από την υπόθεση μετά την αρχική έρευνα εφόσον δεν υπάρξει νέα εντολή, χωρίς θεσμοθετημένη συνέχεια παρακολούθησης.
Γι’ αυτό και το Δίκτυο προτείνει την ενίσχυση της πρόληψης και των υπηρεσιών στην κοινότητα, με την ανάπτυξη και ενίσχυση υπηρεσιών πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης, με παρουσία και συνδρομή επαγγελματιών από τη στιγμή της γέννησης και μετα-παρακολούθηση, ώστε τα παιδιά και οι οικογένειες να λαμβάνουν υποστήριξη από τις πρώτες ενδείξεις κινδύνου, πριν η κατάσταση εξελιχθεί σε κρίση.
Στο Δίκτυο συμμετέχουν οι οργανώσεις ΑΡΣΙΣ – Κοινωνική Οργάνωση Υποστήριξης Νέων, Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού, Εξέλιξη Ζωής, Ελληνικό Παιδικό Χωριό, Παιδικά Χωριά SOS, Στέγη Η Μέλισσα, Το Χαμόγελο του Παιδιού, ICSD Διεθνές Κέντρο για την Βιώσιμη Ανάπτυξη, Tandem και Terre des Hommes Hellas.
![]()
