Η αρχαία ελληνική λύρα της Ρόζας Φραγκοράπτη στο Οδύσσεια του Νόλαν

Η αρχαία ελληνική λύρα της Ρόζας Φραγκοράπτη στο Οδύσσεια του Νόλαν

Η Ρόζα Φραγκοράπτη έβαλε την αρχαία ελληνική λύρα στην Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν και ο ήχος της ταξίδεψε σε μια από τις πιο πολυαναμενόμενες παραγωγές των τελευταίων χρόνων. Η Ελληνίδα σολίστ μιλά για μια εμπειρία που έφερε το όργανο στο επίκεντρο του σήμερα.

Στην ιστορική, για τα κινηματογραφικά χρονικά, Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν, κατά τη διάρκεια του τρίτου act, υπάρχει μια σκηνή όπου ένας μόνο ήχος, διακριτός, εσωτερικός και μυσταγωγικός, ακραία πλήρης, στοιχειώνει τις αισθήσεις.

Στη σκηνή όπου ο Οδυσσέας τεντώνει τη χορδή στο τόξο του, ένα αρχαίο ελληνικό μουσικό ίχνος γεμίζει την αίθουσα – είναι ο ήχος της αρχαίας ελληνικής λύρας που πρωταγωνιστεί στο σήμερα, πετώντας από επάνω της τη λήθη. Η Ρόζα Φραγκοράπτη φρόντισε για αυτό.

Η Ρόζα Φραγκοράπτη —διπλωματούχος σολίστ αρχαίας ελληνικής λύρας— χαμηλών τόνων, όπως και το όργανο που μελετάει και σπουδάζει, ξεκλείδωσε μια πανάρχαια ηχητική μνήμη. Η αρχαία ελληνική λύρα βρέθηκε στην mainstream, επική αρένα των IMAX αιθουσών. Κρατώντας στα χέρια της μια χειροποίητη επτάχορδη λύρα, φιλοτεχνημένη από τον σπουδαίο οργανοποιό Νικόλαο Μπρά, η Θεσσαλονικιά μουσικός δεν αντιμετώπισε ποτέ το όργανο σαν αποστειρωμένο μουσειακό εύρημα.

Αν ο ήχος της λύρας ήταν χαρακτήρας, θα ήταν πιστός αλλά όχι ήσυχος· θα ακολουθούσε τον Οδυσσέα σαν μνήμη που δεν τον αφήνει ποτέ. Κάτι ανάμεσα σε συνοδοιπόρο και συνείδηση.

Όσο και αν στην ίδια το πομπώδες είναι περιττό, η Φραγκοράπτη ανέδειξε την αρχαία ελληνική λύρα στη mainstream, επική αρένα των IMAX αιθουσών, που γίνονται Δούρειος Ίππος για να επανασυστηθεί σε νέο κοινό ένα ρηξικέλευθο ομηρικό έπος και τα ηχητικά αποτυπώματα αρχέγονων καιρών.

Η Ρόζα Φραγκοράπτη γεννήθηκε το 1985 στη Θεσσαλονίκη και ξεκίνησε στα 8 να παίζει πιάνο. Σπούδασε στο Μουσικό Λύκειο της πόλης, συνέχισε με σπουδές Μουσικολογίας στην Ιταλία, στο φημισμένο Πανεπιστήμιο της Παβίας, στην Κρεμόνα, συνεργάστηκε με τον κορυφαίο Νίκο Ξανθούλη και τον Ιούνιο του 2021 έγινε η πρώτη κάτοχος διπλώματος αρχαίας ελληνικής λύρας — έναν μη επίσημα αναγνωρισμένο κρατικό τίτλο με βαρύνουσα σημασία για το όργανο, καθώς αναβιώνει το ενδιαφέρον για την αρχαία ελληνική λύρα και την πιθανή ένταξή του στο περιβάλλον των ωδείων.

Η συνεργασία της Φραγκοράπτη με τη βιομηχανία του Χόλιγουντ ήταν γεμάτη μυστικά, κώδικες και μυστήριο, σαν μικρή ιστορία μυθοπλασίας. Η Ρόζα Φραγκοράπτη ταξίδεψε στο εξωτερικό υπό καθεστώς απόλυτης μυστικότητας, υπογράφοντας αυστηρά συμφωνητικά NDA, χωρίς να γνωρίζει σε ποια παραγωγή πρόκειται να συμμετάσχει.

Η αποστολή της γνωστοποιήθηκε μόνο όταν βρέθηκε στο σημείο ενδιαφέροντος, στα Real World Studios, κοντά στο Μπαθ, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μόνο τότε η μελετήτρια της αρχαίας επτάχορδης χέλυος λύρας έμαθε πως θα έντυνε την Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν, σε μουσική του βραβευμένου με Όσκαρ Λούντβιχ Γιόρανσον.

«Το έμαθα λίγο πριν ξεκινήσουν οι ηχογραφήσεις», θυμάται η ίδια στην αποκλειστική μας συνομιλία. «Η αποκάλυψη με έκανε περισσότερο να συγκεντρωθώ παρά να αγχωθώ, γιατί από τη στιγμή που καταλαβαίνεις τι ακριβώς υπηρετείς, μπαίνεις αλλιώς μέσα στην ατμόσφαιρα, όπως και το υλικό που σου παραδίδεται».

«Το σύνδρομο του απατεώνα δεν νικιέται μονομιάς», εξομολογείται η Ρόζα Φραγκοράπτη. «Το ξεπερνάς δουλεύοντας, μένοντας ταπεινός και θυμίζοντας στον εαυτό σου ότι δεν χρειάζεται να είσαι ο ειδικός σε όλα. Χρειάζεται απλώς να είσαι αληθινός, παρών και να δίνεις τον καλύτερό σου εαυτό».

Σε έναν χώρο όπου η παραγωγή μετριέται σε εκατομμύρια δολάρια και οι απαιτήσεις αγγίζουν τα όρια της τελειομανίας, η πρόκληση ήταν γιγαντιαία.

Το σύνδρομο του απατεώνα δεν νικιέται μονομιάς, εξομολογείται με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Το ξεπερνάς δουλεύοντας, μένοντας ταπεινός και θυμίζοντας στον εαυτό σου ότι δεν χρειάζεται να είσαι ο ειδικός σε όλα. Χρειάζεται απλώς να είσαι αληθινός, παρών και να δίνεις τον καλύτερό σου εαυτό.

Η συνεργασία της Φραγκοράπτη με τον βραβευμένο με Όσκαρ και Emmy Σουηδό Γιόρανσον υπήρξε ένα μάθημα αμοιβαίου σεβασμού.

«Δεν υπήρξε καμία στιγμή κάποια αίσθηση ιεροσυλίας, το αντίθετο θα έλεγα. Ο σεβασμός του προς το όργανο και την παράδοσή του ήταν αξιοσημείωτος», σημειώνει. «Σίγουρα υπήρξαν απαιτήσεις που με έβγαλαν από τη ζώνη ασφαλείας μου. Εκεί το κλειδί είναι να εμπιστευτείς την έρευνα, το αυτί σου και να βρεις λύσεις που σέβονται τη φιλολογία και βοηθούν τη δημιουργία».

Η πιο απαιτητική οδηγία του συνθέτη; Ήταν πάντα αυτή που ζητούσε συγκεκριμένο ηχόχρωμα και όχι απλώς σωστές νότες. Αυτές οι λεπτομέρειες συχνά σε κάνουν να ξαναπαίξεις το ίδιο πράγμα πολλές φορές, μέχρι να γεννηθεί η απαραίτητη συγκίνηση που χρειάζεται η σκηνή.

Καθώς οι εικόνες της ομηρικής περιπέτειας προβάλλονταν στις οθόνες του στούντιο, η λύρα της Φραγκοράπτη έγινε ο ψυχικός καθρέφτης του νοσταλγού βασιλιά της Ιθάκης, του Οδυσσέα.

«Δεν υπήρξε καμία στιγμή κάποια αίσθηση ιεροσυλίας, το αντίθετο θα έλεγα. Ο σεβασμός του προς το όργανο και την παράδοσή του ήταν αξιοσημείωτος», σημειώνει η Φραγκοράπτη για τον σεβασμό στην προσέγγιση του Γιόρανσον απέναντι στην αρχαία ελληνική λύρα.

«Αυτό που με συγκλόνισε περισσότερο ήταν η αντίθεση του εσωτερικού ταξιδιού και της επιστροφής του Οδυσσέα. Το ακούτε και στα θέματα του αυλού και της λύρας. Εκεί βγήκε ίσως η μεγαλύτερή μου ένταση, μια μουσικότητα που θα ήθελα να κουβαλάει την αγωνία αλλά και την επιμονή του ήρωα», διευκρινίζει.

Απέναντι στο σύνηθες μοτίβο των χολιγουντιανών επικών soundtrack, η πρόταση ενός μινιμαλιστικού ήχου ήταν ένα δημιουργικό ρίσκο του Γιόρανσον. Αποφεύγοντας την πεπατημένη, επιλέγοντας να συνθέσει ένα επικό ηχοτοπίο χωρίς συμφωνικές ορχήστρες ή χορωδίες, ο Σουηδός δημιουργός οικοδόμησε ένα αντισυμβατικό, μυσταγωγικό ταξίδι, επενδύοντας και αναδεικνύοντας το ηχόχρωμα δύο αρχαίων ελληνικών οργάνων.

Ο αυλός του Κάλουμ Άρμστρονγκ και η λύρα της Ρόζας Φραγκοράπτη έγιναν θεμέλια για το λακωνικό σε σημεία και ως τέτοιο απόλυτα εσωτερικό, μουσικό οικοδόμημα της ταινίας. Η πειραματική προσέγγιση της δημιουργικής ομάδας, αυτό το σεβαστικό προς τη μουσική της αρχαίας Ελλάδας τόλμημα, κέρδισε το στοίχημα.

«Πιστεύω πως οι παραγωγοί είδαν ότι το λιτό αποτέλεσμα δεν ήταν διόλου φτωχό, αλλά ακριβές. Όταν το υλικό είναι δυνατό, η λύρα, ο αυλός και η φωνή δεν μοιάζουν μικρά αλλά εντελώς ουσιαστικά», λέει η Φραγκοράπτη.

«Κι αν ο ήχος της λύρας της ήταν ένας αόρατος χαρακτήρας δίπλα στον Οδυσσέα; Αν ο ήχος της λύρας ήταν χαρακτήρας, θα ήταν πιστός αλλά όχι ήσυχος· θα ακολουθούσε τον Οδυσσέα σαν μνήμη που δεν τον αφήνει ποτέ. Κάτι ανάμεσα σε συνοδοιπόρο και συνείδηση».

Για να παραδοθεί κανείς στο αρχέγονο ηχοτοπίο, πρέπει να βουτήξει στο τεχνικό και ιστορικό υπόβαθρο του οργάνου.

Η αρχαία ελληνική λύρα δεν διαθέτει την τακτοποιημένη βεβαιότητα ενός πιάνου. Είναι ένα όργανο μινιμαλιστικό, φτιαγμένο από ξύλο, δέρμα και οστό, με επτά μόλις ανοιχτές χορδές.

«Δεν ένιωσα ποτέ το πιάνο σαν φυλακή, αλλά η λύρα πραγματικά μού άνοιξε έναν άλλο κόσμο, πιο άγριο και πιο ελεύθερο», εξηγεί. «Το πιάνο μου δίδαξε πειθαρχία, η λύρα μού χάρισε τον ενθουσιασμό της ανακάλυψης».

Αυτός ο ενθουσιασμός, ωστόσο, εμπεριέχει το βάρος ενός κενού αιώνων. Είναι φόβος και ελευθερία μαζί. Δεν υπάρχει έτοιμος δρόμος, αλλά εξειδικευμένοι άνθρωποι που μελετούν και προτείνουν πιθανά μονοπάτια. Με σεβασμό λοιπόν και τόλμη έρευνας, ανακαλύπτεις, υποθέτεις και βάζεις κι εσύ τον λίθο σου στη συμπλήρωση αυτού του υπέροχου μωσαϊκού.

Η μελέτη της Φραγκοράπτη δεν περιορίζεται στις παρτιτούρες αλλά επεκτείνεται στην αρχαιολογική παρατήρηση, όπου ακόμα και η γωνία ενός καρπού σε μια αρχαία αγγειογραφία μπορεί να ξεκλειδώσει μια ξεχασμένη τεχνική.

«Η λύρα είναι ζωντανό υλικό, άρα αντιδρά στο περιβάλλον. Θέλει προσοχή, γιατί θερμοκρασία και υγρασία αλλάζουν αμέσως τη συμπεριφορά της».

Συχνά ένα κράτημα σε μια αγγειογραφία μπορεί να σου λύσει απορίες που δεν λύνει η θεωρία. Μια λεπτομέρεια στον καρπό ή στα δάχτυλα μπορεί να βοηθήσει στην ανακάλυψη κάποιας νέας τεχνικής, εξηγεί. Με επτά χορδές μπορείς να πεις πολλά, απλά και καθαρά. Αυτός ο μινιμαλισμός σε αναγκάζει να κάνεις κάτι πιο ουσιαστικό ή καλύτερα να βρεις τον τρόπο να εκφραστείς και να αποδώσεις το κομμάτι με άλλα δεδομένα.

Παράλληλα, αποκαθιστά την ιστορική αλήθεια γύρω από τον κρουστό χαρακτήρα του οργάνου — τη χρήση του πλήκτρου (κρούειν) και τη σίγαση των χορδών (κατάληψη).

«Ίσως ξεχάστηκε γιατί ο κόσμος προτιμά να φαντάζεται τη λύρα ως όργανο συγγενικό με την άρπα, ίσως πάλι γιατί είναι πολύ πιο απλό να παίξεις με τα δάχτυλα ανοιχτές χορδές. Μπορεί να μην ξεχάστηκε καν, απλά να παρερμηνεύτηκε λόγω ελλιπούς έρευνας ή υπερβολικής απλοποίησης. Το σημαντικό είναι να τονίσουμε ότι το πλήκτρο και ο τελαμώνας είναι μέρη αναπόσπαστα του οργάνου – και όχι προαιρετικά».

«Όσο για τη συμπεριφορά ενός οργάνου τόσο γεμάτο ιστορία στο αποστειρωμένο περιβάλλον ενός σύγχρονου στούντιο η λύρα είναι ζωντανό υλικό, άρα αντιδρά στο περιβάλλον», εξηγεί. «Θέλει προσοχή, γιατί θερμοκρασία και υγρασία αλλάζουν αμέσως τη συμπεριφορά της. Υπολογίζω πάντα τον χρόνο ώστε να την αφήνω αρκετές ώρες πριν στο περιβάλλον όπου θα πρέπει να παίξει για να αποφύγω τέτοιου είδους απρόοπτα».

Η λύρα μαγνητίζει ακόμη και τα πιο ατίθασα παιδιά επειδή προσφέρει κάτι αληθινό και άμεσο, σε αντίθεση με τον συνεχή θόρυβο της εποχής μας. Είναι ένας ήχος που τα κάνει να σταματούν και να ακούνε.

Η Ρόζα Φραγκοράπτη δεν διστάζει να εκφράσει την ξεκάθαρη στάση της απέναντι στις υβριδικές ή ηλεκτρικές λύρες. «Η ηλεκτρική ή η υβριδική λύρα δεν είναι λύρα με την ιστορική έννοια του όρου. Αυτό δεν σημαίνει ότι απορρίπτω την τεχνολογία ή τη σύγχρονη δημιουργία· μπορούν να υπάρξουν ενδιαφέροντα όργανα, εμπνευσμένα από την αρχαία ελληνική λύρα», λέει.

«Αν όμως θέλουμε να μιλάμε για ανακατασκευασμένη αρχαία ελληνική λύρα, χρειάζεται να τηρούνται συγκεκριμένοι κανόνες ως προς την κατασκευή, τα υλικά, τις αναλογίες και την τεχνική παιξίματος. Διαφορετικά, είναι πιο ακριβές να λέμε ότι πρόκειται για ένα σύγχρονο όργανο εμπνευσμένο από τη λύρα. Για μένα είναι κυρίως θέμα σεβασμού προς το όργανο, την ιστορία του και την παράδοση που εκπροσωπεί. Η εξέλιξη είναι ευπρόσδεκτη, αρκεί να μη δημιουργείται σύγχυση», προσθέτει.

Σε ένα υποθετικό σενάριο φαντασίας, αν η Φραγκοράπτη μπορούσε να ταξιδέψει πίσω στον χρόνο για να συναντήσει έναν αρχαίο λυριστή στους Δελφικούς Αγώνες, η ερώτησή της θα ήταν καθαρά τεχνική και ουσιαστική.

«Θα τον ρωτούσα πώς κουρδίζει τις επτά χορδές της λύρας. Θα ήθελα να καταλάβω αν χρησιμοποιεί πολυφωνικά τη λύρα στη συνοδεία αλλά και στη σόλο εκτέλεση και πώς προσαρμόζει το κούρδισμα όταν παίζει μαζί με αυλό. Και, φυσικά, θα του ζητούσα να παίξει το πιο δεξιοτεχνικό του κομμάτι ώστε να ακούσω την τεχνική του ζωντανά, μέσα από τα χέρια του», λέει, πάντα πειθαρχημένη στη λυρικότητα που υπηρετεί μελετώντας.

Πριν το κάλεσμα από το Χόλιγουντ των IMAX διαστάσεων, η Ρόζα Φραγκοράπτη είχε καταδυθεί στον σκοτεινό κόσμο του gaming και το Diablo IV της Blizzard.

«Πώς ένα όργανο ταυτισμένο με το απολλώνιο φως μεταμορφώνεται σε όχημα του απόλυτου τρόμου; Είναι μεγάλη πρόκληση να πάρεις ένα όργανο συνδεδεμένο με το φως και να το βάλεις σε σκοτεινή ατμόσφαιρα. Αλλά αυτό ακριβώς το κάνει ενδιαφέρον: η λύρα μπορεί να δέσει με κάθε είδους σενάριο και να το κάνει μαγικό».

Παράλληλα, όταν η λύρα καλείται να συνυπάρχει με συμφωνικές ορχήστρες, χρειάζεται η βοήθεια της τεχνολογίας για την ενίσχυση του ήχου ώστε να υπάρχει ισορροπία, αλλά πάντα με σεβασμό για τη φύση του οργάνου.

«Υπάρχει διαφοροποίηση στην προσέγγιση της μουσικής γλώσσας ανάμεσα στον κόσμο του gaming και αυτόν του κινηματογράφου, αλήθεια;»

«Η μεγαλύτερη διαφορά βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η μουσική αφήγηση», σημειώνει η Φραγκοράπτη. «Στο gaming, ειδικά σε έναν κόσμο τόσο πλούσιο όσο αυτός της Blizzard, η μουσική πρέπει να μπορεί να υπηρετεί πολλές διαφορετικές στιγμές, περιοχές, χαρακτήρες και επίπεδα έντασης. Είναι πιο πολυδιάστατη και συχνά πιο ευέλικτη, γιατί ο παίκτης δεν ακολουθεί πάντα την ίδια διαδρομή. Στον κινηματογράφο, αντίθετα, η μουσική εντάσσεται σε μια προκαθορισμένη δραματουργική πορεία».

Η διεθνής καταξίωση της αρχαίας ελληνικής λύρας με ξενιστή τη Φραγκοράπτη δεν ήρθε από κάποια επιθετική στρατηγική marketing, αλλά οργανικά, μετά από μια ειλικρινή καλλιτεχνική σύμπραξη και πρωτοβουλία.

«Κάθε θέμα, κάθε είσοδος και κάθε σιωπή υπηρετεί με ακρίβεια την εικόνα, τον ρυθμό και την εξέλιξη της ιστορίας. Στο gaming η μουσική πρέπει να δημιουργεί έναν κόσμο μέσα στον οποίο κινείσαι· στον κινηματογράφο πρέπει να ενισχύει έναν κόσμο που ξετυλίγεται μπροστά σου», προσθέτει. «Διασκεδαστικό παράδοξο της υπόθεσης; Η ίδια δεν είναι gamer».

Η διεθνής καταξίωση της αρχαίας ελληνικής λύρας με ξενιστή τη Φραγκοράπτη δεν ήρθε από κάποια επιθετική στρατηγική marketing, αλλά οργανικά, μετά από μια ειλικρινή καλλιτεχνική σύμπραξη και πρωτοβουλία.

Ένα βίντεο στο YouTube, καθόλου τυχαίο, λειτούργησε ως καταλύτης για να ανακαλύψουν οι ξένοι παραγωγοί τον αυλό και τη λύρα. Σε αυτό η Φραγκοράπτη και ο Άρμστρογκ ως Echo (ΗΧΩ) Ensemble ερμηνεύουν ένα κομμάτι από το Orestes’ Torment, το ντεμπούτο EP τεσσάρων κομματιών με ρίζες στον κόσμο της αρχαίας Ελλάδας, μια δημιουργική έρευνα που κουβαλάει στις νότες της ηχοτοπία της κλασικής αρχαιότητας.

«Η λύρα και ο αυλός δεν ανταγωνίζονται, αλλά συνομιλούν», λέει. «Χρειάζεται απόλυτος αλληλοσεβασμός, δέσιμο στον ήχο και ισορροπία, ώστε να ακούς πραγματικά τον συνομιλητή σου και να μην προσπαθείς ποτέ να τον καλύψεις. Σε μια τέτοια σχέση δεν χωράει πουθενά το εγώ».

«Υποθέτω ότι ήταν αυτή η αφορμή… Προσωπικά δεν φανταζόμουν ότι θα πήγαινε τόσο μακριά. Ο σκοπός μας όμως ήταν εξαρχής να δείξουμε πόσο όμορφα μπορούν να συμπράξουν αυτά τα όργανα και να ερευνήσουμε όσο πιο πιστά γίνεται τις δυνατότητές τους», εξηγεί για το μουσικό τους σχήμα που ισορροπεί με μαεστρία στον αυλό και την αρχαία ελληνική λύρα.

«Η λύρα και ο αυλός δεν ανταγωνίζονται, αλλά συνομιλούν», λέει. «Χρειάζεται απόλυτος αλληλοσεβασμός, δέσιμο στον ήχο και ισορροπία, ώστε να ακούς πραγματικά τον συνομιλητή σου και να μην προσπαθείς ποτέ να τον καλύψεις. Σε μια τέτοια σχέση δεν χωράει πουθενά το εγώ», προσθέτει.

Οι ρίζες αυτής της αφοσίωσης εντοπίζονται στα χρόνια των σπουδών της στην Ιταλία, όπου η επαφή με τα διασωθέντα αρχαία ελληνικά μουσικά αποσπάσματα υπήρξε καθοριστική.

«Ήταν μια αποκάλυψη», λέει η Φραγκοράπτη. «Είχα ήδη μια κλασική παιδεία και γνώριζα τη σημασία της μουσικής στην αρχαία Ελλάδα μέσα από την ιστορία και τη λογοτεχνία. Ωστόσο, στην Ιταλία ήρθα για πρώτη φορά σε ουσιαστική επαφή με τα διασωθέντα μουσικά αποσπάσματα και τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε, μέσα από τη μουσικολογική έρευνα, την ηχητική διάσταση αυτού του πολιτισμού».

«Στην Ιταλία ήρθα για πρώτη φορά σε ουσιαστική επαφή με τα διασωθέντα μουσικά αποσπάσματα και τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε, μέσα από τη μουσικολογική έρευνα, την ηχητική διάσταση αυτού του πολιτισμού. Εκεί συνειδητοποίησα ότι η αρχαία ελληνική μουσική δεν αποτελεί απλώς ένα αντικείμενο ιστορικής μελέτης· είναι μια ζωντανή μουσική μνήμη που μπορεί ακόμη να μας μιλήσει».

«Εκεί συνειδητοποίησα ότι η αρχαία ελληνική μουσική δεν αποτελεί απλώς ένα αντικείμενο ιστορικής μελέτης· είναι μια ζωντανή μουσική μνήμη που μπορεί ακόμη να μας μιλήσει», εξηγεί.

Η καθημερινότητά της στη γειτονική χώρα ήταν μια συνεχής διεύρυνση των ορίων της, λέει. «Ήταν μια διαρκής άσκηση. Υπήρχε μελέτη, υπήρχε έρευνα και βέβαια η προσπάθεια να κατανοήσω ένα όργανο που πολλοί αντιμετώπιζαν ως αρχαιολογικό εύρημα. Δεν αισθάνθηκα ότι εγκατέλειπα την ασφάλεια του πιάνου· αισθάνθηκα ότι διεύρυνα το μουσικό μου πεδίο».

Πίσω όμως από την αίγλη των διεθνών παραγωγών κρύβονται προσωπικές θυσίες. «Η πιο μεγάλη θυσία είναι συνήθως ο χρόνος και η προσωπική σταθερότητα, ακόμη κι όταν δεν έχεις καμία σιγουριά για το αποτέλεσμα», ομολογεί, με τη μουσική να παραμένει το απόλυτο καταφύγιό της, η Ιθάκη της.

Όταν η συζήτηση έρχεται στο πώς θα μπορούσε η λύρα να ενταχθεί στα δημόσια σχολεία, η πρότασή της είναι βιωματική, αν και ρεαλιστική ως προς τις δυσκολίες. «Θα ξεκινούσα από την επαφή των παιδιών με τον ήχο, το ιστορικό πλαίσιο και τη βιωματική εμπειρία. Το μεγαλύτερο εμπόδιο θα ήταν να βρεθεί χώρος μέσα σε ένα ήδη πολύ φορτωμένο εκπαιδευτικό σύστημα», σημειώνει.

Σε μια εποχή που εκβιάζεται και αποθεώνει την Τεχνητή Νοημοσύνη, τους αλγόριθμους και την ψηφιακή υπερπληροφόρηση, η Ρόζα Φραγκοράπτη προτάσσει μια αναλογική αλήθεια που μοιάζει πιο αναγκαία από ποτέ.

«Ζω ανάμεσα σε δύο κόσμους: τον πολύ παλιό και τον πολύ σύγχρονο. Δεν το βιώνω ως αντίθεση, αλλά ως διαρκή άσκηση ισορροπίας», εξομολογείται. «Ναι, ίσως το ψηφιακό σύμπαν να έχει ανάγκη από αυτή την αλήθεια. Η λύρα έχει κάτι αρχέγονο και αληθινό που ξεχωρίζει αμέσως», συμπληρώνει.

Η λύρα μαγνητίζει ακόμη και τα πιο ατίθασα παιδιά επειδή προσφέρει κάτι αληθινό και άμεσο, σε αντίθεση με τον συνεχή θόρυβο της εποχής μας. Είναι ένας ήχος που τα κάνει να σταματούν και να ακούνε.

«Το δικό μου ταξίδι δεν είναι για να βρω μια πατρίδα, αλλά για να ανακαλύψω ποια είμαι όταν οι ‘μεγάλοι’ λείπουν», λέει με έκδηλη ταπεινότητα η Ρόζα Φραγκοράπτη από τη Θεσσαλονίκη, τη βάση της και εκεί όπου ξεκίνησαν όλα.

Αντλώντας έμπνευση από την ελληνική ποίηση, τους αρχαϊκούς λυρικούς αλλά και τον Επιτάφιο του Σεικίλου [σσ. ο Σείκιλος έζησε στις Τράλλεις της Μικράς Ασίας κατά το 200 μ.Χ. και είναι γνωστός για το αρχαιότερο παγκοσμίως γνωστό τραγούδι, του οποίου σώζονται πλήρως και οι στίχοι και η μουσική] που η ίδια θεωρεί περισσότερο ύμνο στη ζωή, η Φραγκοράπτη βρίσκει τους πνευματικούς της φάρους σε προσωπικότητες που διέπονταν από αθόρυβη μεγαλοσύνη.

Στον μαέστρο Δημήτρη Μητρόπουλο, τον αυτοκράτορα-φιλόσοφο Μάρκο Αυρήλιο και τη Μαρί Κιουρί.

«Όσοι υπηρετούν την τέχνη χωρίς να φωνάζουν, είναι συνήθως και οι πιο ουσιαστικοί για μένα», λέει ενώ ομολογεί πως, σε παράλληλα πνευματικά μονοπάτια, αντλεί τεράστια ενέργεια από την ελληνική ποίηση. «Την αγαπώ. Αγαπώ τη δύναμη που κρύβει η απλότητά της, το πώς λίγες μόνο λέξεις μπορούν να πουν τόσα πολλά».

Αναπόφευκτα η κουβέντα μας έρχεται στους ομηρικούς χαρακτήρες, στον πολύτροπο Οδυσσέα, την πιστή Πηνελόπη, τον επίμονο να μάθει την αλήθεια γιο του.

«Μάλλον ταυτίζομαι με τον Τηλέμαχο», μας λέει. «Δεν είμαι ούτε η υπομονή που περιμένει στωικά, ούτε η εμπειρία που επιστρέφει δυναμικά. Είμαι η γενιά που μεγάλωσε στη σκιά ενός θρύλου, που προσπαθεί να βρει τη δική της φωνή μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο μνηστήρες και θόρυβο. Αυτός που δεν κληρονομεί απλώς έναν θρόνο, αλλά τον κερδίζει με την αξία του».

«Το δικό μου ταξίδι δεν είναι για να βρω μια πατρίδα, αλλά για να ανακαλύψω ποια είμαι όταν οι μεγάλοι λείπουν», λέει με έκδηλη ταπεινότητα από τη Θεσσαλονίκη, τη βάση της και εκεί που ξεκίνησαν όλα. «Επιστροφή στην πραγματικότητα και στην καθημερινότητα. Έχει κάτι πολύ γήινο και υγιές αυτό για μένα: ξαναμπαίνεις στους ρυθμούς σου, αλλά κουβαλάς μέσα σου μια εμπειρία που σου αλλάζει το μέτρο», καταλήγει η Ρόζα Φραγκοράπτη, που έκανε την αρχαία ελληνική λύρα επίκαιρη ξανά.

Κεντρική φωτογραφία @Guido Sileoni

Πηγή περιεχομένου: in.gr

Loading

Play