Σφοδρή ήταν η αντίδραση του Τομέα Οικονομικών του ΠΑΣΟΚ στην κυβερνητική εξειδίκευση των εξαγγελιών της ΔΕΘ, με το κόμμα να υποστηρίζει ότι πίσω από τις ανακοινώσεις για τις εξαγγελίες Μητσοτάκη κρύβονται τα «μικρά γράμματα». Όπως αναφέρει, το μόνο σχέδιο που απομένει στον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι να περιορίσει την εκλογική φθορά που προκάλεσαν οι πολιτικές της κυβέρνησής του.
Επιπλέον, το ΠΑΣΟΚ σημειώνει ότι επιβεβαιώθηκε και το εξής: «Όταν το ΠΑΣΟΚ καταθέτει κοστολογημένες προτάσεις για την ενίσχυση της κοινωνίας, η κυβέρνηση τις χαρακτηρίζει λεφτόδεντρα και δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Όταν, λίγο πριν από τις εκλογές, εξαγγέλλει αποσπασματικά υποκατάστατά τους, τα παρουσιάζει ως υπεύθυνη πολιτική».
Σύμφωνα με τον αρμόδιο Τομέα του ΠΑΣΟΚ, η χθεσινή εξειδίκευση έδειξε τα «μικρά γράμματα». Ειδικότερα, αναφέρει ότι «η κυβέρνηση δεν καταργεί την τεκμαρτή φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών», αλλά «περιορίζεται σε επιμέρους διορθώσεις, διατηρώντας ανέπαφο όμως τον πυρήνα του άδικου συστήματος που η ίδια επέβαλε».
Το ΠΑΣΟΚ τονίζει ότι τα 500 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους δεν είναι 13ος μισθός, αλλά «επίδομα που θα δοθεί για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 2027 και μετά τις κρατήσεις περιορίζεται σε 257 έως 389 ευρώ καθαρά».
Αντίστοιχα, επισημαίνει ότι τα 400 ευρώ στους συνταξιούχους δεν είναι ούτε 13η σύνταξη ούτε νέο ΕΚΑΣ και ότι «για τους ήδη δικαιούχους, η πραγματική πρόσθετη αύξηση είναι μόλις 100 ευρώ τον χρόνο». «Όταν το ΠΑΣΟΚ πρότεινε τη σταδιακή επαναφορά της 13ης σύνταξης, η κυβέρνηση μιλούσε για δημοσιονομικό εκτροχιασμό», σχολιάζει.
Ακόμη, υπογραμμίζει ότι «η πολυδιαφημισμένη μείωση της προκαταβολής φόρου είναι μόλις πέντε μονάδες για τις ατομικές επιχειρήσεις, ενώ για τα νομικά πρόσωπα η πλήρης εφαρμογή μετατίθεται έως το 2033», δηλαδή «ούτε λίγο ούτε πολύ επτά χρόνια από σήμερα».
Ο Τομέας Οικονομικών αναφέρει, επίσης, ότι «τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις παραμένουν αόριστες υποσχέσεις δίχως να προσφέρουν πειστική απάντηση στις εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρήσεις που παραμένουν αποκλεισμένες από τη χρηματοδότηση».
Παράλληλα, σημειώνει ότι το «Σπίτι μου ΙΙΙ» δεν συνιστά πολιτική κοινωνικής κατοικίας και πως «η κυβέρνηση συνεχίζει να επιδοτεί κυρίως τη ζήτηση μέσω επιδότησης ενοικίων, χωρίς να δημιουργεί επαρκές νέο απόθεμα προσιτής κατοικίας, με κίνδυνο νέας πίεσης στις τιμές».
«Ο κατώτατος μισθός των 1.000 ευρώ μετατίθεται για τον Ιανουάριο του 2028, αφήνοντας χιλιάδες εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα χωρίς καμία αύξηση ένα χρόνο από τώρα», συνεχίζει.
Σχετικά με τον «κουμπαρά για το παιδί», τονίζει ότι πρόκειται για παραλλαγή πρότασης που το ΠΑΣΟΚ είχε καταθέσει από το 2018, και ότι «ο ίδιος ο σχεδιασμός αποκλείει στην πράξη πολλές οικογένειες χαμηλότερου εισοδήματος».
Την ίδια ώρα, ο Τομέας Οικονομικών επισημαίνει ότι «δεν υπάρχει ουσιαστική παρέμβαση απέναντι στην ακρίβεια και στα ολιγοπώλια, δεν υπάρχει ολοκληρωμένο σχέδιο για το ιδιωτικό χρέος και τους δανειολήπτες, δεν υπάρχει απάντηση στον αποκλεισμό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων από τη χρηματοδότηση και δεν υπάρχει σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης». Υπογραμμίζει ότι «από τα πρόσθετα έσοδα του ΦΠΑ που γεννά η ακρίβεια, η κυβέρνηση επιστρέφει ένα μόνο μέρος και το παρουσιάζει ως δική της γενναιοδωρία» και πως «παίρνει περισσότερα από όλους και, λίγο πριν από τις εκλογές, επιστρέφει επιλεκτικά ένα μέρος σε ορισμένους». Προσθέτει ότι όλα αυτά συμβαίνουν «ενώ από το 2027 προβλέπεται σημαντική επιβράδυνση των δημόσιων επενδύσεων μετά το τέλος της ροής των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ η χώρα παραμένει στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης».
Ο Τομέας Οικονομικών του ΠΑΣΟΚ καταλήγει ότι η ΝΔ «ζητά μία ακόμη τετραετία για να διορθώσει ένα μέρος από τις αδικίες και την υστέρηση που η ίδια δημιούργησε» και προαναγγέλλει πως ο πρόεδρος του κόμματος, Νίκος Ανδρουλάκης, θα παρουσιάσει στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης «ένα διαφορετικό, ολοκληρωμένο και κοστολογημένο σχέδιο για μισθούς και συντάξεις, κοινωνική κατοικία, προστασία των δανειοληπτών, στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας και αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου». «Οι πολίτες θα μπορέσουν να συγκρίνουν όχι μόνο τις υποσχέσεις, αλλά και την αξιοπιστία εκείνων που τις διατυπώνουν», προσθέτει.
ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ
![]()
