«Η δημόσια αρχιτεκτονική πρέπει να δίνει αξία στη συνύπαρξη», λέει ο Sir David Adjaye, ο διεθνώς αναγνωρισμένος αρχιτέκτονας που έρχεται στην Αθήνα για δημόσια συζήτηση στο ΜΙΕΤ. Με αφορμή την επίσκεψή του, εξηγεί γιατί η πρόκληση είναι πώς θα κάνουμε τις πόλεις που ήδη έχουμε πιο ανθεκτικές και βιώσιμες.
Ο Γκανέζο-Βρετανός αρχιτέκτονας, που το 2017 χρίστηκε ιππότης από τη Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ και μπήκε στη λίστα του TIME με τους 100 ανθρώπους με τη μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο, θα συζητήσει την Τετάρτη 7 Οκτωβρίου, στις 19:00, στο Αμφιθέατρο του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή, με τον Γιώργο Αρχιμανδρίτη για ζητήματα που αφορούν την αρχιτεκτονική και τον ρόλο της στον σύγχρονο κόσμο.
Ως ιδρυτής του γραφείου Adjaye Associates, με στούντιο στην Άκρα, το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, ο Adjaye υποστηρίζει ότι πολλά αρχιτεκτονικά ζητήματα έχουν ήδη απαντηθεί. Είτε πρόκειται για μεγάλα δημόσια έργα, όπως το Εθνικό Μουσείο Αφροαμερικανικής Ιστορίας και Πολιτισμού του Smithsonian στην Ουάσινγκτον και τον Οίκο της Αβρααμικής Οικογενείας στο Αμπού Ντάμπι, είτε για ένα απλό παγκάκι ή μια μικρή αυλή, λέει πως η αρχιτεκτονική οφείλει να συμβολίζει τον εορτασμό της δημόσιας ζωής.
Για την Αθήνα, που δοκιμάζεται από την κλιματική κρίση και τον υπερτουρισμό, οι θέσεις του έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. «Σε μια πόλη με τόσο τεράστια πολιτιστική και αρχιτεκτονική κληρονομιά, θα με ενδιέφερε να δω περισσότερες επενδύσεις στην προσαρμογή και τη βελτίωση αυτού που ήδη υπάρχει, αντί να θεωρούμε δεδομένο ότι η πρόοδος σημαίνει πάντα το χτίσιμο κάτι νέου», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Ακολουθεί η συνέντευξη του διακεκριμένου αρχιτέκτονα Sir David Adjaye στη δημοσιογράφο Ελένη Μάρκου για το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων:
Ερ. Έχετε δηλώσει πολλές φορές ότι τα κτίρια πρέπει να εστιάζουν στους κοινωνικούς δεσμούς και την κοινή συλλογική ζωή. Συγκεκριμένα, έχετε πει: «Για μένα, η αρχιτεκτονική συμβολίζει τον εορτασμό της δημόσιας ζωής». Πώς μεταφράζεται αυτό στα κτίρια που δημιουργείτε; Ποιες καινοτομίες/πρακτικές προωθείτε για να επιτύχετε αυτή την προσέγγιση;
Απ. Η δημόσια ζωή ξεκινά από τη στιγμή που σχεδιάζεται το κτίριο. Οι αρχιτέκτονες πρέπει να δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε οι άνθρωποι να συναντιούνται και να συγκεντρώνονται. Στη δουλειά μας, αυτό σημαίνει συχνά να κοιτάμε πέρα από την κύρια λειτουργία ενός κτιρίου. Ένα μουσείο, για παράδειγμα, δεν είναι μόνο χώρος έκθεσης έργων τέχνης, αλλά μπορεί να λειτουργεί και ως τόπος μάθησης, συνάντησης, διαλόγου, παραστάσεων ή απλής επαφής με άλλους ανθρώπους. Το ίδιο ισχύει για μια βιβλιοθήκη, ένα πανεπιστήμιο ή ένα δημόσιο κτίριο. Σκεφτόμαστε πώς αυτές οι δραστηριότητες αλληλεπικαλύπτονται και πώς το κτίριο συνδέεται με τη ζωή της πόλης γύρω του. Αυτό επηρεάζει πρακτικές αποφάσεις για τον σχεδιασμό, από τον τρόπο που προσεγγίζεται ένα κτίριο μέχρι το τι συναντά κανείς πριν μπει, πού μπορεί να σταθεί για λίγο, πώς συνδέονται οι χώροι και με ποιον τρόπο το κτίριο σχετίζεται με τον δημόσιο χώρο. Πάντα με ενδιέφεραν οι είσοδοι και οι χώροι που μοιάζουν ανοιχτοί και προσβάσιμοι.
Η ιδέα του εορτασμού είναι σημαντική για μένα, επειδή η δημόσια αρχιτεκτονική πρέπει να δίνει αξία στη συνύπαρξη. Αυτό μπορεί να είναι ένας μεγάλος δημόσιος χώρος, όπως οι κοσμικοί κήποι του «Οίκου της Αβρααμικής Οικογενείας» στο Αμπού Ντάμπι, αλλά μπορεί να είναι και κάτι λιγότερο επίσημο, όπως ένα σκιερό κατώφλι, μια αυλή ή ένα παγκάκι στην άκρη ενός δημόσιου κτιρίου.
Ερ. Έχετε ταχθεί υπέρ της επένδυσης στα υφιστάμενα αστικά κέντρα αντί για τη δημιουργία νέων πόλεων. Το υποστηρίζετε αυτό για οικολογικούς λόγους;
Απ. Το περιβάλλον είναι ένας σημαντικός παράγοντας, αλλά δεν είναι ο μόνος λόγος. Έχουμε ήδη επενδύσει τεράστια ποσά ενέργειας και πόρων στις πόλεις μας. Υπάρχουν υποδομές, δίκτυα μεταφορών, σχολεία, νοσοκομεία, δημόσιοι χώροι και, κυρίως, κοινότητες ανθρώπων. Η δημιουργία εντελώς νέων πόλεων την ώρα που τα υπάρχοντα αστικά κέντρα πιέζονται ή υπολειτουργούν θα οδηγούσε απλώς σε διπλασιασμό των υποδομών, αντί για καλύτερη αξιοποίηση όσων υπάρχουν ήδη.
Υπάρχει επίσης μια κοινωνική και πολιτισμική διάσταση. Οι πόλεις δεν είναι απλώς σύνολα κτιρίων, αλλά διαμορφώνονται από σχέσεις που έχουν αναπτυχθεί με τον χρόνο. Η αρχιτεκτονική έχει την ευθύνη να συνεργαστεί με αυτές τις υπάρχουσες συνθήκες. Οι πόλεις πρέπει να εξελίσσονται συνεχώς, και αυτό απαιτεί δημιουργική σκέψη για το πώς προσαρμόζονται τα κτίρια, οι υποδομές και ο δημόσιος χώρος στα νέα πρότυπα διαβίωσης, στην κλιματική αλλαγή και στις μεταβαλλόμενες πληθυσμιακές ανάγκες. Η πρόκληση δεν είναι πώς θα χτίσουμε περισσότερες πόλεις, αλλά πώς θα κάνουμε τις πόλεις που ήδη έχουμε πιο ανθεκτικές, πιο βιώσιμες και καλύτερες στο να στηρίζουν τη δημόσια ζωή. Είναι ένα ζήτημα τόσο οικολογικό όσο και πολιτισμικό.
Ερ. Έχετε επισκεφθεί την Αθήνα; Ποια θεωρείτε τα μεγαλύτερα προβλήματά της; Υπάρχει κάποιο σχόλιο που θα μπορούσατε να κάνετε για το πώς θα μπορούσαν να διορθωθούν;
Απ. Έχω επισκεφθεί την Αθήνα πάρα πολλές φορές. Φυσικά έχει προβλήματα, όπως κάθε μέρος, αλλά δεν θα παρουσίαζα τον εαυτό μου ως κάποιον που γνωρίζει την πόλη τόσο καλά όσο οι άνθρωποι που ζουν εκεί*· για να απαντήσω πραγματικά σε αυτή την ερώτηση, θα χρειαζόταν να ακούσω πολύ και να κάνω μεγάλη έρευνα.
Ένα προφανώς επείγον πρόβλημα είναι η κλιματική κρίση, η οποία έχει επηρεάσει σημαντικά την Αθήνα. Ο πυκνός αστικός ιστός και οι περιορισμένοι πράσινοι χώροι επιδεινώνουν τη θερμική καταπόνηση. Δεν νομίζω ότι η απάντηση είναι απλώς να προσθέσουμε περισσότερη τεχνολογία στα κτίρια. Πρέπει να δούμε την πόλη ως σύνολο, ως προς τη σκιά, τα δέντρα, το νερό, τον δημόσιο χώρο, τα υλικά και τον τρόπο με τον οποίο κινούνται οι άνθρωποι μέσα σε αυτήν.
Υπάρχει επίσης το ζήτημα του πώς η Αθήνα διαχειρίζεται την ανάπτυξη. Σε μια πόλη με τόσο τεράστια πολιτιστική και αρχιτεκτονική κληρονομιά, θα με ενδιέφερε να δω περισσότερες επενδύσεις στην προσαρμογή και τη βελτίωση αυτού που ήδη υπάρχει, αντί να θεωρούμε δεδομένο ότι η πρόοδος σημαίνει πάντα το χτίσιμο κάτι νέου. Αυτό μπορεί να σημαίνει επαναπροσδιορισμό των υπαρχόντων κτιρίων, διαμόρφωση των δρόμων και των δημόσιων χώρων ώστε να είναι πιο άνετοι και δημιουργία περισσότερων ευκαιριών για τη συγκέντρωση των ανθρώπων.
Ο τουρισμός είναι προφανώς σημαντικό κομμάτι της Αθήνας, αλλά πρέπει να συνυπάρχει με τις ανάγκες των ανθρώπων που ζουν εκεί. Η Ελλάδα δέχεται αυξανόμενες πιέσεις από τον τουρισμό και τη δόμηση, μαζί με πίεση στους πόρους, ενώ η ίδια η Αθήνα είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στη ζέστη. Δεν θα έλεγα ότι υπάρχει μία μόνο αρχιτεκτονική λύση για την Αθήνα. Η ευκαιρία βρίσκεται στο να δουλέψουμε με την πόλη που ήδη υπάρχει και να την κάνουμε πιο ανθεκτική, πιο άνετη και πιο γενναιόδωρη στον τρόπο με τον οποίο υποστηρίζει την καθημερινή δημόσια ζωή. Αυτό, για μένα, είναι μια πρόκληση τόσο περιβαλλοντική όσο και αρχιτεκτονική.
Ερ. Σε συνέντευξή σας, αναφέρατε ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα η αρχιτεκτονική τής μοναδικότητας κυριαρχούσε σε βαθμό εμμονής. Τι εννοούσατε και σε ποιο βαθμό αυτή η προσήλωση έχει αλλάξει σήμερα;
Απ. Υπήρξε μια περίοδος που η αρχιτεκτονική εστίαζε πολύ στην ιδέα του κτιρίου με αρχιτεκτονική υπογραφή, δηλαδή στο είδος του κτιρίου που αναγνωρίζεται αμέσως ως έργο ενός συγκεκριμένου αρχιτέκτονα. Ήμουν πάντα καχύποπτος με αυτό, επειδή δεν νομίζω ότι η αρχιτεκτονική πρέπει να ξεκινά με μια ιδέα που εφαρμόζεται στη συνέχεια από έργο σε έργο. Τα δικά μου έργα διαφέρουν μεταξύ τους, επειδή ανταποκρίνονται στο περιβάλλον τους. Προκύπτουν από τις ιδιαίτερες ιδιότητες ενός τόπου —τη γεωγραφία, την ιστορία, τον πολιτισμό και τους ανθρώπους που τον χρησιμοποιούν. Δεν έχω μια προσωπική «σφραγίδα» που θέλω να επιβάλω, οπότε, υπό αυτή την έννοια, η μοναδικότητα δεν είναι η αφετηρία μου. Τα κτίριά μου μπορεί να γίνουν μοναδικά, αλλά δεν είναι αυτό η αρχική τους πρόταση.
Πιστεύω ότι γενικά βρισκόμαστε σε μια εποχή που ενδιαφέρεται λιγότερο για το θέαμα και περισσότερο για την ιδιαιτερότητα. Το ερώτημα είναι λιγότερο το «πώς μπορώ να φτιάξω κάτι που δεν έχει ξαναδεί κανείς» και περισσότερο το «τι το ιδιαίτερο έχει αυτός ο τόπος, στο οποίο μπορώ να ανταποκριθώ ως αρχιτέκτονας».
Ερ. Ανάμεσα στα πιο εμβληματικά έργα σας είναι το Εθνικό Μουσείο Αφροαμερικανικής Ιστορίας και Πολιτισμού του Smithsonian στην Ουάσινγκτον, το οποίο άνοιξε για το κοινό το 2016. Στην Ελλάδα, μια χώρα με πλούσια αρχαία και νεότερη κληρονομιά, υπάρχει πάντα μεγάλο ενδιαφέρον για τα μουσεία. Μάλιστα, σύντομα προγραμματίζεται η αναβάθμιση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου -ενός από τα σημαντικότερα στον κόσμο όσον αφορά τα εκθέματά του- με αλλαγές που αναμένονται με μεγάλο ενδιαφέρον. Πώς προσεγγίζετε ένα μουσείο που αναλαμβάνετε, είτε το κατασκευάζετε από το μηδέν είτε το αναβαθμίζετε;
Απ. Κάθε μουσείο είναι διαφορετικό, επειδή κάθε συλλογή και κάθε ίδρυμα είναι διαφορετικά. Ξεκινώ προσπαθώντας να καταλάβω τι θέλει να πει το ίδρυμα, ποιον θέλει να υπηρετήσει και τι σχέση θέλει να έχει με την πόλη του.
Με ένα νέο μουσείο, υπάρχει η ευκαιρία να σκεφτούμε αυτή τη σχέση από την αρχή. Το κτίριο μπορεί να βοηθήσει στη διαμόρφωση της ταυτότητας του ιδρύματος, αλλά πρέπει να δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες για τη συλλογή, την επιστημονική έρευνα και, κυρίως, για την εμπειρία των ανθρώπων που έρχονται σε επαφή με αυτό.
Με ένα υπάρχον μουσείο, τα ερωτήματα είναι διαφορετικά. Υπάρχει ήδη μια ιστορία, μια αρχιτεκτονική και ένα κοινό. Δεν νομίζω ότι η αναβάθμιση ενός μουσείου πρέπει να σημαίνει την εξαφάνιση όσων υπάρχουν εκεί και την εκκίνηση από το μηδέν. Έχει να κάνει με την κατανόηση του τι έχει αξία, τι δεν λειτουργεί και πώς το κτίριο μπορεί να εξελιχθεί για την επόμενη γενιά.
Το Εθνικό Μουσείο Αφροαμερικανικής Ιστορίας και Πολιτισμού ήταν ένα νέο κτίριο, αλλά διαμορφώθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό από την ιστορία που κλήθηκε να εκπροσωπήσει. Η θέση του στο Εθνικό Πάρκο (National Mall) στην Ουάσινγκτον ήταν εξαιρετικά σημαντική: στην αφροαμερικανική ιστορία δόθηκε ένας φυσικός χώρος στο τοπίο της αμερικανικής εθνικής ταυτότητας. Από την αρχιτεκτονική και τη συλλογή μέχρι τη διαδρομή μέσα στο κτίριο, όλα συνδέονται με αυτή την ιστορία.
Νομίζω ότι αυτό είναι ιδιαίτερα επίκαιρο όταν μιλάμε για μουσεία σε μέρη με τόσο βαθιά πολιτιστική ιστορία όπως η Ελλάδα. Ένα μουσείο δεν είναι ποτέ απλώς ένας χώρος που στεγάζει αντικείμενα. Η αρχιτεκτονική γίνεται μέρος του τρόπου με τον οποίο αυτά τα αντικείμενα γίνονται κατανοητά, αλλά και μέρος της σχέσης μεταξύ του ιδρύματος και του κοινού. Είτε χτίζουμε κάτι νέο είτε εργαζόμαστε με ένα υπάρχον κτίριο, αυτό που με ενδιαφέρει είναι με ποιον τρόπο η αρχιτεκτονική μπορεί να βοηθήσει ένα μουσείο να παραμείνει επίκαιρο και ζωντανό για την πόλη του, δίνοντας παράλληλα στην ιστορία και τον πολιτισμό την αξιοπρέπεια που τους αξίζει.
* Η είσοδος στην εκδήλωση είναι ελεύθερη, ενώ η συζήτηση θα πραγματοποιηθεί στα αγγλικά, με ταυτόχρονη διερμηνεία.
** Οι φωτογραφίες δόθηκαν για δημοσίευση από το αρχιτεκτονικό γραφείο Adjaye Associates.
– Πορτρέτο David Adjaye: Photo Credit: Chris Schwagg
– The Abrahamic Family House: Photo Credit: Dror Baldinger Faia
– Smithsonian National Museum of African American History & Culture: Photo Credit: Nic Lehoux
![]()
