Η ρομποτική και η τεχνητή νοημοσύνη στην ιατρική ανοίγουν δρόμους για τηλεχειρουργική, τηλεκπαίδευση γιατρών, μεγαλύτερη ακρίβεια στις επεμβάσεις, υποστήριξη των ηλικιωμένων και εξατομικευμένη φροντίδα. Αυτές οι δυνατότητες βρέθηκαν στο επίκεντρο εκδήλωσης με θέμα «Ρομποτική στην Ιατρική και την Αποκατάσταση», που διοργάνωσε ο Ιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης (ΙΣΘ) στο πλαίσιο της 90ής Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.
Ρομποτική χειρουργική από απόσταση 8.000 χιλιομέτρων
Για την εξέλιξη της τηλεχειρουργικής μίλησε ο καθηγητής Ουρολογίας και διευθυντής της Ουρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών Ευάγγελος Λιάτσικος, παρουσιάζοντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρώτη διακρατική ρομποτικά υποβοηθούμενη ριζική προστατεκτομή που πραγματοποίησε ο ίδιος από την Κίνα σε ασθενή στην Αθήνα, με την απόσταση χειρουργού και ασθενούς να φτάνει περίπου τα 8.000 χιλιόμετρα.
Ο κ. Λιάτσικος εξήγησε ότι η χειρουργική πράξη δεν διαφέρει ουσιαστικά από μια συμβατική ρομποτική επέμβαση, αφού και στις δύο περιπτώσεις ο χειρουργός χειρίζεται τους ρομποτικούς βραχίονες από ειδικό σταθμό. Η τεχνολογία της επικοινωνίας σε πραγματικό χρόνο είναι εκείνη που επιτρέπει πλέον τον χειρισμό του συστήματος από απόσταση.
Απαραίτητη προϋπόθεση, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι να υπάρχει ασφαλής και αξιόπιστη σύνδεση, αλλά και εξειδικευμένη ιατρική ομάδα δίπλα στον ασθενή, ώστε να αναλάβει την επέμβαση αν διακοπεί η επικοινωνία. Παράλληλα, ο ασθενής πρέπει να έχει ενημερωθεί και να έχει δώσει τη συναίνεσή του.
Ο καθηγητής εκτίμησε ότι η τηλεχειρουργική μπορεί να στηρίξει γιατρούς σε απομακρυσμένες περιοχές, όπου δεν υπάρχει εξειδικευμένο προσωπικό, αλλά και να αξιοποιηθεί στην εκπαίδευση χειρουργών. «Εδώ δεν είναι μόνο τηλεχειρουργική, εδώ είναι και τηλεκπαίδευση», είπε.
Μιλώντας για την επόμενη φάση της ρομποτικής, ανέφερε ότι η αυτοματοποίηση των επεμβάσεων αναμένεται να είναι ένα από τα επόμενα βήματα, καθώς ήδη γίνονται δοκιμές ανθρωποειδών ρομποτικών συστημάτων. Τόνισε, ωστόσο, ότι ο γιατρός δεν πρόκειται να αντικατασταθεί, αλλά ο ρόλος του θα μεταβληθεί. «Ανά πενταετία θα βλέπουμε μεγάλες ανατροπές», σημείωσε.
Ψηφιακοί βοηθοί και κοινωνικά ρομπότ
Στις εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης στην υγεία και την καθημερινότητα αναφέρθηκε ο καθηγητής Ιατρικής Φυσικής και Πληροφορικής στην Ιατρική Εκπαίδευση του ΑΠΘ και διευθυντής του Εργαστηρίου Ιατρικής Φυσικής και Ψηφιακής Καινοτομίας Παναγιώτης Μπαμίδης.
Όπως είπε, η τεχνολογία μπορεί να ενισχύσει την αυτονομία και την ποιότητα ζωής των ηλικιωμένων, ενώ σε βάθος χρόνου αναμένεται η ανάπτυξη προσωπικών ψηφιακών βοηθών προσαρμοσμένων στις ανάγκες κάθε χρήστη. Επισήμανε επίσης το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν τα κοινωνικά ρομπότ, τα οποία με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να αναγνωρίζουν πρόσωπα, να χρησιμοποιούν το όνομα του χρήστη και να προσαρμόζουν την επικοινωνία τους.
Ο κ. Μπαμίδης υπογράμμισε πάντως ότι οι απαντήσεις των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης δεν πρέπει να θεωρούνται απόλυτα αξιόπιστες, ιδίως σε θέματα υγείας, όπου απαιτείται επιβεβαίωση από γιατρό ή άλλο ειδικό.
Εκτίμησε ακόμη ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορεί στο μέλλον να στηρίζει τη συνταγογράφηση, δίνοντας προτάσεις στον γιατρό χωρίς να υποκαθιστά την τελική ανθρώπινη απόφαση. «Δεν χρειάζεται να γίνουν πληροφορικοί οι γιατροί», ανέφερε, επιμένοντας στην ανάγκη εκπαίδευσής τους στη χρήση των νέων τεχνολογιών και προσαρμογής των προγραμμάτων σπουδών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στην παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη και στη δυνατότητα επικοινωνίας ανθρώπου και μηχανής με φυσική γλώσσα. «Σε περιπτώσεις που είναι κρίσιμες, ο άνθρωπος θα πρέπει να έχει τον τελικό έλεγχο και την τελική απόφαση», είπε.
Ακρίβεια, δεδομένα και εκπαίδευση των χειρουργών
Τη συμβολή της ρομποτικής χειρουργικής στην ακρίβεια των επεμβάσεων, την εκπαίδευση και τις μεταμοσχεύσεις παρουσίασε ο καθηγητής Ιατρικής και διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής Μεταμοσχεύσεων ΑΠΘ Γεώργιος Τσουλφάς.
Όπως σημείωσε, η ρομποτική δεν είναι νέα τεχνολογία, καθώς οι πρώτες εφαρμογές της συνδέονταν με την προσπάθεια πραγματοποίησης χειρουργικών επεμβάσεων από απόσταση. Στα βασικά πλεονεκτήματά της περιλαμβάνονται η μεγαλύτερη ακρίβεια και σταθερότητα των κινήσεων, καθώς και η καλύτερη εικόνα του χειρουργικού πεδίου.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν, σύμφωνα με τον κ. Τσουλφά, τα δεδομένα που παράγονται κατά τη διάρκεια μιας ρομποτικής επέμβασης και μπορούν να αξιοποιηθούν για την εκπαίδευση και τη βελτίωση της χειρουργικής πρακτικής. Παράλληλα, τόνισε ότι το πολυτιμότερο όφελος από τη ρομποτική αλλά και από την τεχνητή νοημοσύνη είναι τα δεδομένα και η ποιότητα των δεδομένων που προκύπτουν.
Στον τομέα των μεταμοσχεύσεων, η σημαντικότερη μέχρι σήμερα συμβολή της ρομποτικής αφορά, όπως είπε, την ανάρρωση του ασθενούς, χάρη στις μικρότερες τομές και το μικρότερο χειρουργικό τραύμα. Ιδιαίτερη σημασία μπορεί να έχει στις μεταμοσχεύσεις από ζώντες δότες νεφρού και ήπατος, καθώς η ελάχιστα επεμβατική χειρουργική μπορεί να διευκολύνει την ανάρρωση του δότη.
Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι η ρομποτική δεν αντικαθιστά τον χειρουργό. «Το ρομπότ θα βελτιώσει αυτά που μπορεί να κάνει ο χειρουργός», ανέφερε, προσθέτοντας ότι προηγείται η εκμάθηση των βασικών αρχών της χειρουργικής και της ανατομίας και ακολουθεί η εκπαίδευση στη χρήση της τεχνολογίας. «Πρώτα πρέπει να μάθεις πώς κάνεις ένα χειρουργείο και μετά να μάθεις πώς να το κάνεις με το ρομπότ», σημείωσε.
Ποιος ευθύνεται σε μια τηλεχειρουργική επέμβαση;
Τις νομικές διαστάσεις της τηλεχειρουργικής ανέλυσε η δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, με ειδίκευση στην προστασία προσωπικών δεδομένων, Γιούλα Χατζηδημητρίου.
Όπως εξήγησε, η τηλεχειρουργική δημιουργεί ένα πιο σύνθετο μοντέλο από το παραδοσιακό σχήμα γιατρού-ασθενούς, αφού στη διαδικασία εμπλέκονται ο χειρουργός, η ιατρική ομάδα, το ρομποτικό σύστημα, το λογισμικό, οι εταιρείες τεχνικής υποστήριξης και το τηλεπικοινωνιακό δίκτυο.
Η πολυπλοκότητα αυτή επηρεάζει και το ζήτημα της ευθύνης σε περίπτωση σφάλματος. «Εάν αυτό βρίσκεται στο επίπεδο των ιατρικών χειρισμών αποκλειστικά, θα αναζητηθεί η ιατρική ευθύνη», ανέφερε, εξηγώντας ότι αν η ζημιά οφείλεται στο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο πρέπει να εξεταστεί η ευθύνη του παρόχου, ενώ σε περίπτωση αστοχίας του ρομποτικού συστήματος πρέπει να διερευνηθεί η ευθύνη του κατασκευαστή ή των παρόχων λογισμικού.
Παράλληλα, κρίσιμη είναι η καταγραφή των τεχνικών δεδομένων της επέμβασης, ώστε να μπορεί να φανεί τι συνέβη, ποια εντολή έδωσε ο γιατρός, πώς ανταποκρίθηκε το σύστημα και αν υπήρξε πρόβλημα στη σύνδεση. Χρειάζεται επίσης σαφές πλαίσιο ασφαλιστικής κάλυψης και διασυνοριακής ευθύνης, καθώς στην τηλεχειρουργική γιατρός και ασθενής μπορεί να βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες.
Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχει η ενημέρωση και η συναίνεση του ασθενούς. «Μια απλή υπογραφή δεν αρκεί», τόνισε η κ. Χατζηδημητρίου, σημειώνοντας ότι ο ασθενής πρέπει να γνωρίζει τους πιθανούς κινδύνους, το ενδεχόμενο τεχνικής αστοχίας και τι προβλέπεται αν χρειαστεί μετάβαση από τη ρομποτική στη συμβατική χειρουργική.
Όπως επισημάνθηκε στην εκδήλωση, η περαιτέρω ανάπτυξη της ρομποτικής είναι μια σημαντική κατεύθυνση για την ιατρική, με την Ελλάδα να χρειάζεται ταυτόχρονα να διευρύνει την πρόσβαση στις σχετικές τεχνολογίες, καθώς οι ρομποτικές πλατφόρμες δεν υπάρχουν ακόμη σε όλα τα δημόσια νοσοκομεία. Η ενσωμάτωσή τους στην καθημερινή πρακτική αναμένεται να επηρεάσει τόσο τον τρόπο πραγματοποίησης των επεμβάσεων όσο και την εκπαίδευση των νέων χειρουργών.
![]()
