Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 είναι ένα χρόνιο αυτοάνοσο νόσημα που εμφανίζεται συχνά στην παιδική και εφηβική ηλικία. Όπως τονίζει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Θανάσης Τζιαμούρτας, καθηγητής στο πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, η χορήγηση ινσουλίνης είναι απαραίτητη για τη ζωή, είτε με πολλαπλές καθημερινές ενέσεις είτε μέσω αντλίας ινσουλίνης, ενώ ο διαβήτης τύπου 1 δεν συνδέεται με την παχυσαρκία, την κακή διατροφή ή την έλλειψη άσκησης.
Ένα νόσημα που αφορά εκατομμύρια ανθρώπους
Ο διαβήτης τύπου 1, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν είναι σπάνιος. Με βάση τις νεότερες διεθνείς εκτιμήσεις, περίπου 9,5 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως ζουν με διαβήτη τύπου 1, εκ των οποίων περίπου 1,85 εκατομμύρια είναι παιδιά και νέοι κάτω των 20 ετών. Στην Ελλάδα, ο διαβήτης αφορά πλέον περισσότερο από έναν στους δέκα πολίτες και, σύμφωνα με στοιχεία του 2025, περίπου 1,23 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν με διαβήτη τύπου 2 (11,75% συχνότητα), ενώ περίπου 49.000 έχουν καταγραφεί με διαβήτη τύπου 1 (0,47% συχνότητα).
Μπορεί ένα παιδί με διαβήτη τύπου 1 να αθληθεί;
Στο ερώτημα αυτό ο κ. Τζιαμούρτας απαντά κατηγορηματικά ναι και εξηγεί πως η άσκηση δεν είναι μόνο επιτρεπτή, αλλά και βασικό κομμάτι ενός υγιεινού τρόπου ζωής για τα παιδιά και τους εφήβους με διαβήτη τύπου 1. Οι διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες συστήνουν περίπου 60 λεπτά μέτριας έως έντονης φυσικής δραστηριότητας κάθε ημέρα, όπως και για τους συνομηλίκους τους χωρίς διαβήτη, με τη συστηματική άσκηση να βελτιώνει την καρδιοαναπνευστική ικανότητα, τη μυϊκή δύναμη, την ευαισθησία στην ινσουλίνη, τη σύσταση του σώματος και τους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Παράλληλα, προσφέρει σημαντικά ψυχολογικά και κοινωνικά οφέλη, αν και δημιουργεί και μια ιδιαίτερη πρόκληση, καθώς η γλυκόζη δεν αντιδρά με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα είδη άσκησης.
Στην ερώτηση τι συμβαίνει στη γλυκόζη όταν ασκούμαστε, ο καθηγητής σημειώνει ότι οι μύες χρειάζονται περισσότερη ενέργεια και αυξάνουν σημαντικά την πρόσληψη γλυκόζης από το αίμα. Στον υγιή οργανισμό η έκκριση ινσουλίνης από το πάγκρεας μειώνεται αυτόματα όταν χρειάζεται, όμως στον άνθρωπο με διαβήτη τύπου 1 η ινσουλίνη έχει χορηγηθεί εξωτερικά και δεν μπορεί να αποσυρθεί από την κυκλοφορία με τον ίδιο φυσιολογικό τρόπο. Έτσι, όταν υπάρχει αρκετή ινσουλίνη στο αίμα και οι μύες καταναλώνουν περισσότερη γλυκόζη, μπορεί να εμφανιστεί υπογλυκαιμία, κυρίως στην παρατεταμένη αερόβια άσκηση, όπως το τρέξιμο, το ποδήλατο και η κολύμβηση. Αντίθετα, η πολύ έντονη άσκηση, τα σπριντ, οι ασκήσεις υψηλής έντασης ή ένας έντονος αγώνας μπορεί προσωρινά να ανεβάσουν τη γλυκόζη λόγω ορμονών όπως η αδρεναλίνη. Επομένως, δεν υπάρχει μία μοναδική απάντηση της γλυκόζης στην άσκηση, καθώς όλα εξαρτώνται από την ένταση και τη διάρκεια της προσπάθειας, το είδος της άσκησης, τη φυσική κατάσταση, το προηγούμενο γεύμα, την ποσότητα ενεργής ινσουλίνης και τη γλυκόζη πριν από την έναρξη της δραστηριότητας.
Για τα παιδιά και τους γονείς, το βασικό είναι η άσκηση να μη γίνεται αντικείμενο φόβου, αλλά σωστής προετοιμασίας. Η γλυκόζη πρέπει να ελέγχεται πριν, κατά τη διάρκεια, ιδιαίτερα όταν η άσκηση διαρκεί αρκετή ώρα, και μετά το τέλος της δραστηριότητας. Τα συστήματα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης (CGM) έχουν αλλάξει σημαντικά τη δυνατότητα ασφαλούς άθλησης, καθώς δείχνουν όχι μόνο την τιμή της γλυκόζης αλλά και την κατεύθυνση προς την οποία μεταβάλλεται. Ο αθλητής πρέπει πάντα να έχει μαζί του υδατάνθρακες ταχείας απορρόφησης, όπως δισκία γλυκόζης ή κατάλληλο ρόφημα με ζάχαρη, ώστε να αντιμετωπίσει άμεσα μια υπογλυκαιμία.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και μετά την άσκηση, κάτι που γίνεται ακόμη πιο σημαντικό όταν ένα παιδί προπονείται το απόγευμα ή το βράδυ, καθώς μπορεί να εμφανιστεί υπογλυκαιμία στη διάρκεια της νύχτας. Από την άλλη πλευρά, όταν η γλυκόζη είναι πολύ υψηλή και υπάρχουν αυξημένες κετόνες, η έντονη άσκηση πρέπει να αποφεύγεται.
Ο ίδιος επισημαίνει επίσης ότι οι προσαρμογές της ινσουλίνης και των υδατανθράκων δεν είναι ίδιες για όλους. Πρέπει να εξατομικεύονται σε συνεργασία με τη θεραπευτική ομάδα, με βάση το είδος της άσκησης, την ώρα της ημέρας, τη διάρκεια, την ένταση και την προηγούμενη εμπειρία του ίδιου του ατόμου.
Από τον παιδικό διαβήτη μέχρι τον πρωταθλητισμό
Το πιο ισχυρό μήνυμα, όπως λέει ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, προς ένα παιδί που μόλις διαγνώστηκε είναι ότι ο διαβήτης τύπου 1 δεν αποκλείει ούτε τον αθλητισμό ούτε τον πρωταθλητισμό. Ως χαρακτηριστικό σύγχρονο παράδειγμα αναφέρει τον Γερμανό πρωταθλητή του τένις Alexander Zverev, ο οποίος διαγνώστηκε με διαβήτη τύπου 1 σε ηλικία μόλις τεσσάρων ετών. Η περίπτωση του Zverev, σημειώνει, έχει ενδιαφέρον γιατί το τένις είναι απαιτητικό άθλημα, με αγώνες που μπορεί να διαρκέσουν πολλές ώρες και να περιλαμβάνουν επαναλαμβανόμενες προσπάθειες πολύ υψηλής έντασης. Δεν είναι όμως ο μόνος. Υπάρχουν και άλλοι αθλητές που έχουν κατακτήσει Ολυμπιακά μετάλλια, όπως ο Αμερικανός κολυμβητής Gary Hall Jr, με 10 Ολυμπιακά μετάλλια, εκ των οποίων πέντε χρυσά, καθώς και 2 παγκόσμια ρεκόρ, αλλά και ο Ολλανδός χρυσός Ολυμπιονίκης του βόλεϊ Bas van de Goor.
Η άσκηση είναι μέρος της λύσης, όχι του προβλήματος
Κλείνοντας, ο Θανάσης Τζιαμούρτας υπογραμμίζει ότι η διάγνωση του διαβήτη τύπου 1 αλλάζει αναμφίβολα την καθημερινότητα ενός παιδιού και της οικογένειάς του, όμως δεν πρέπει να γίνεται λόγος αποκλεισμού από το παιχνίδι, τη φυσική δραστηριότητα ή τον αθλητισμό. Σήμερα, οι συνεχείς καταγραφείς γλυκόζης, οι αντλίες ινσουλίνης και τα αυτοματοποιημένα συστήματα χορήγησης ινσουλίνης προσφέρουν δυνατότητες που δεν υπήρχαν πριν από μερικές δεκαετίες και, μαζί με τη σωστή εκπαίδευση, επιτρέπουν σε παιδιά και ενήλικες με διαβήτη τύπου 1 να αθλούνται με μεγαλύτερη ασφάλεια.
Το μήνυμα προς το παιδί και την οικογένειά του, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν πρέπει να είναι «πρόσεχε, επειδή έχεις διαβήτη, μην αθλείσαι», αλλά το αντίθετο: «Να αθλείσαι, να γνωρίζεις το σώμα σου, να παρακολουθείς τη γλυκόζη σου και να μάθεις να προσαρμόζεις σωστά την ινσουλίνη και τη διατροφή σου. Ο διαβήτης τύπου 1 απαιτεί διαχείριση, αλλά δεν πρέπει να θέτει τα όρια στα όνειρα ενός παιδιού».
![]()
