Ιός του Δυτικού Νείλου: Γιατί η Ανατολική Αττική βρίσκεται στο επίκεντρο της έξαρσης

Ιός του Δυτικού Νείλου: Γιατί η Ανατολική Αττική βρίσκεται στο επίκεντρο της έξαρσης

Η εικόνα του 2026 είναι ανησυχητική, καθώς η καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, περιγράφει στο in πού βρίσκεται σήμερα η έξαρση του ιού του Δυτικού Νείλου.

Απαριθμεί τα στοιχεία: σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΕΟΔΥ, έως τις 26 Αυγούστου 2026 είχαν καταγραφεί στην Ελλάδα 232 εγχώρια κρούσματα, εκ των οποίων τα 165 με προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος, καθώς και 19 θάνατοι. Μόνο στην τελευταία εβδομάδα προστέθηκαν 75 νέα κρούσματα, ενώ 73 ασθενείς νοσηλεύονταν και 26 βρίσκονταν σε ΜΕΘ, με το ποσοστό απώλειας ζωής σε αυτή την περίπτωση να φτάνει το 20%.

Η κ. Ψαλτοπούλου απαντά και στο ερώτημα αν η φετινή έξαρση του ιού μπορεί να ξεπεράσει εκείνη του 2018, που θεωρείται χρονιά-ορόσημο για την παρουσία και την εξάπλωσή του στη χώρα. Τα δεδομένα, όπως σημειώνει, μιλούν από μόνα τους.

Στις 26 Αυγούστου έχουν ήδη καταγραφεί 232 κρούσματα, έναντι 317 σε ολόκληρο το 2018.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι μέσα σε μία εβδομάδα προστέθηκαν 75 κρούσματα και ο ΕΟΔΥ προειδοποιεί πως, λόγω της καθυστέρησης ανάμεσα στην έναρξη των συμπτωμάτων και στη δήλωση, θα ακολουθήσουν και άλλα περιστατικά στις τελευταίες εβδομάδες της καμπύλης.

Έτσι, σύμφωνα με την κ. Ψαλτοπούλου, είναι απολύτως πιθανό το 2026 να πλησιάσει ή και να ξεπεράσει τα 317 κρούσματα του 2018, ιδιαίτερα επειδή η περίοδος μετάδοσης συνήθως συνεχίζεται και τον Σεπτέμβριο, έως και τον Οκτώβριο, ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες.

Για τους θανάτους δεν μπορεί να γίνει γραμμική πρόβλεψη, προσθέτει, καθώς μέχρι τις 26 Αυγούστου ήταν 19, έναντι 51 στην τελική καταγραφή του 2018. Οι θάνατοι εμφανίζονται χρονικά αργότερα από τις λοιμώξεις, όμως εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ηλικία και τις συννοσηρότητες των ασθενών. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλοι οι φετινοί θανόντες έως τότε ήταν άνω των 65 ετών, γεγονός που δείχνει πως αυτή η ηλικιακή ομάδα έχει τον μεγαλύτερο κίνδυνο και χρειάζεται την πιο στοχευμένη προληπτική ενημέρωση.

Η απουσία αξιόπιστων δεδομένων δυσκολεύει την εικόνα

Ο Δρ Αντώνιος Μιχαηλάκης, προϊστάμενος του Εργαστηρίου Εντόμων & Παρασίτων Υγειονομικής Σημασίας στο Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο (ΜΦΙ), ο πλέον ειδικός επί του θέματος, χαρακτηρίζει με τη σειρά του τον ιό απρόβλεπτο.

Όπως αναφέρει, η μετακίνηση και η πιθανή κυκλοφορία του ιού σε άγρια και ενδημικά πτηνά είναι κρίσιμης σημασίας. Ωστόσο, η έλλειψη συστηματικής ορνιθολογικής επιτήρησης στον αστικό και περιαστικό ιστό δεν επιτρέπει αξιόπιστη εκτίμηση ούτε της παρουσίας του ιού ούτε του επιπέδου ανοσίας στους πληθυσμούς αυτούς. Παράλληλα, η απουσία αξιόπιστων και συστηματικών δεδομένων για την παρουσία του ιού στα κουνούπια σε όλη τη διάρκεια του έτους δυσκολεύει την κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στην κυκλοφορία του ιού στους διαβιβαστές και στην επιδημιολογία της νόσου.

Την ίδια ώρα, όπως προσθέτει ο κ. Μιχαηλάκης, ενισχύεται η ανάγκη για συστηματικά έργα καταπολέμησης κουνουπιών από τους Δήμους, καθώς η δραστηριότητα των κουνουπιών-διαβιβαστών Culex pipiens, δηλαδή του κοινού κουνουπιού, παρατηρείται πλέον καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Στο πλαίσιο του έργου της Περιφέρειας Αττικής, που υλοποιείται σε συνεργασία με το ΜΦΙ, έχουν καταγραφεί θετικά κουνούπια ακόμη και τη χειμερινή περίοδο.

Η δημόσια υγεία πρέπει να δρα προληπτικά

Ο Αθανάσιος Τσακρής, καθηγητής Μικροβιολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, επισημαίνει αρχικά ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται η φετινή έξαρση του ιού του Δυτικού Νείλου ως ένα κακό καλοκαίρι. Όπως λέει στο in, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η κλιματική αλλαγή, η οικολογία των κουνουπιών και η κυκλοφορία του ιού μπορούν να αλληλεπιδράσουν.

Ο κ. Τσακρής εξηγεί ότι η φετινή έξαρση προέκυψε από συνδυασμό περιβαλλοντικών και επιδημιολογικών παραγόντων και όχι από ένα μόνο αίτιο. Οι πολλές βροχές την άνοιξη δημιούργησαν περισσότερες εστίες στάσιμου νερού, όπου αναπαράγονται τα κουνούπια, ενώ οι υψηλές θερμοκρασίες που ακολούθησαν επιτάχυναν τόσο την ανάπτυξή τους όσο και τον πολλαπλασιασμό του ιού, που έχει εγκατασταθεί στην Ελλάδα από το 2010, μέσα σε αυτά.

Σύμφωνα με τον κ. Τσακρή, υπάρχει ακόμη ένας κρίσιμος παράγοντας: ο φυσικός κύκλος του ιού ανάμεσα σε άγρια πτηνά και κουνούπια, από τον οποίο στη συνέχεια περνά στον άνθρωπο. Όπως εξηγεί, φέτος συνέπεσαν χρονικά πολλές ευνοϊκές συνθήκες, με πολύ νερό για την αναπαραγωγή των κουνουπιών, υψηλές θερμοκρασίες για ταχύτερη ανάπτυξη και πολλαπλασιασμό του ιού και έντονη κυκλοφορία του στον φυσικό κύκλο.

Ένα πολύ αποτελεσματικό σύστημα μετάδοσης, όπως το χαρακτηρίζει ο κ. Τσακρής.

Όπως σημειώνει επίσης, και επειδή μιλάμε για έξαρση χωρίς πάντα να έχουμε πλήρη εικόνα των πραγματικών διαστάσεών της, πίσω από κάθε καταγεγραμμένο περιστατικό μπορεί να κρύβονται δεκάδες ασυμπτωματικές λοιμώξεις ή ήπιες νοσήσεις.

Γιατί η Αττική βρίσκεται στο επίκεντρο

Στο ερώτημα γιατί η Αττική βρίσκεται στο επίκεντρο της φετινής έξαρσης, ο κ. Τσακρής επισημαίνει ότι υπάρχει ένας βασικός περιβαλλοντικός λόγος: η Ανατολική Αττική δεν είναι ενιαίος αστικός χώρος. Συνδυάζει πυκνοκατοικημένες περιοχές με περιαστικές ζώνες, γεωργικές εκτάσεις, ρέματα, αρδευτικά σημεία και φυσικά οικοσυστήματα. Έτσι δημιουργείται ένα μωσαϊκό ενδιαιτημάτων όπου μπορούν να αναπαραχθούν κουνούπια και να συνυπάρξουν ο φυσικός κύκλος πτηνών – κουνουπιών με τον ανθρώπινο πληθυσμό.

Σε ένα τόσο πυκνό και ετερογενές περιβάλλον, όταν δημιουργηθούν οι κατάλληλες εστίες, οι ευκαιρίες έκθεσης είναι πολύ περισσότερες.

Η κ. Ψαλτοπούλου σημειώνει ότι η Αττική δεν έχει απλώς μεγαλύτερο πληθυσμό και άρα περισσότερες πιθανότητες να εντοπιστούν περιστατικά. Διαθέτει και ένα εξαιρετικά σύνθετο οικοσύστημα, με πυκνά αστικά κέντρα, περιαστικές περιοχές, κήπους, φρεάτια και στάσιμα νερά, αλλά και υγροτόπους, αγροτικές εκτάσεις και περιοχές όπως ο Σχινιάς και ο Μαραθώνας με μεγάλη ποικιλία πτηνών.

Σύμφωνα με την καθηγήτρια, προηγούμενες ελληνικές μελέτες είχαν ήδη δείξει ότι η Ανατολική Αττική αποτελεί ιδιαίτερα κατάλληλο περιβάλλον, καθώς σε έρευνα του 2017-2018, 38 από 366 ομάδες Culex pipiens βρέθηκαν θετικές στον ιό και η πλειονότητα των θετικών δειγμάτων εντοπίστηκε στην Ανατολική Αττική.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι άλλη πρόσφατη ελληνική μελέτη έδειξε πως ο ιός μπορεί να ανιχνεύεται σε ενεργά Culex pipiens στην Αττική ακόμη και τον χειμώνα. Αυτό ενισχύει την πιθανότητα τοπικής διαχείμασης του ιού και επανεκκίνησης του κύκλου, χωρίς να απαιτείται κάθε χρόνο νέα εισαγωγή μέσω μεταναστευτικών πτηνών.

Επομένως, τα πτηνά παραμένουν κρίσιμα ως ενισχυτικοί ξενιστές, αλλά μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν στοιχεία ότι η έξαρση του 2026 οφείλεται ειδικά σε ξαφνική αύξηση του πληθυσμού τους.

Στην Ελλάδα κυκλοφορεί κυρίως ο υποκλάδος 2 (lineage 2). Ενδιαφέρον παρουσιάζει η νέα εργασία στο Scientific Reports τον Αύγουστο του 2026. Σε πειραματικές συνθήκες, το lineage 2 χρειάστηκε χαμηλότερη μολυσματική δόση για να μολύνει κουνούπια και εμφάνισε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα μετάδοσης από το lineage 1. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το lineage 2 είναι αυτομάτως πιο θανατηφόρο για τον άνθρωπο. Η εργασία αφορά κυρίως την ικανότητα μετάδοσης μέσω κουνουπιών και όχι μεγαλύτερη νευροπαθογόνο δράση στον άνθρωπο.

Επίσης, μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν δημοσιευμένα γονιδιωματικά δεδομένα που να δείχνουν αν η νόσηση προέρχεται από κάποιο νέο, πιο επιθετικό στέλεχος.

Ήταν η πρόληψη έγκαιρη;

Για τον σχεδιασμό και την επιτήρηση από τους αρμόδιους φορείς, ο κ. Τσακρής απαντά ότι δεν μπορεί να μιλήσει, χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία, για ανεπαρκή σχεδιασμό ή επιτήρηση. Υπάρχει όμως, όπως λέει, εύλογο ερώτημα για το αν η πρόληψη ήταν έγκαιρη και αρκετά δυναμική σε σχέση με τον κίνδυνο που είχε διαμορφωθεί. Η καταπολέμηση των κουνουπιών δεν πρέπει να ξεκινά όταν έχει ήδη σηκωθεί το επιδημικό κύμα, αλλά αρκετούς μήνες νωρίτερα, από τις αρχές της άνοιξης, ώστε να μειώνεται ο πληθυσμός τους πριν από την περίοδο υψηλής μετάδοσης. Οι εφαρμογές προνυμφοκτονίας πρέπει να επαναλαμβάνονται σε όλη την περίοδο δραστηριότητας των κουνουπιών, ανάλογα με τον κύκλο ανάπτυξής τους, τη διάρκεια δράσης του σκευάσματος και την επανεμφάνιση προνυμφών στις εστίες αναπαραγωγής. Πρέπει, λοιπόν, να εξεταστεί πότε ξεκίνησε η προνυμφοκτονία, ποιες εστίες είχαν εντοπιστεί και πόσο γρήγορα και συστηματικά έγιναν οι ψεκασμοί. Έτσι, η φετινή έξαρση πρέπει να αποτελέσει αφορμή για έναν σοβαρό απολογισμό, με αντικειμενικούς δείκτες για το τι λειτούργησε, τι δεν λειτούργησε και κυρίως αν τα προγράμματα πρόληψης μπορούν να προσαρμοστούν ώστε την επόμενη χρονιά να προηγούνται του κινδύνου και όχι της επιδημίας. Η δημόσια υγεία πρέπει να λειτουργεί προληπτικά, ώστε η παρέμβαση να προηγείται της πυρκαγιάς.

Σε ό,τι αφορά τις παρεμβάσεις, η κ. Ψαλτοπούλου επισημαίνει από την πλευρά της ότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ο αριθμός των αεροψεκασμών ή και των τοπικών ψεκασμών, αλλά πότε, πού και αν προηγήθηκαν της μεγάλης αύξησης των μολυσμένων κουνουπιών, κάτι που απαιτεί και αναδρομική αξιολόγηση μετά το τέλος της περιόδου.

Ένα πανευρωπαϊκό, πολυπαραγοντικό πρόβλημα

Στο ερώτημα αν πρόκειται για ελληνικό φαινόμενο, η κ. Ψαλτοπούλου απαντά ότι δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά εξελίσσεται σταδιακά σε πανευρωπαϊκό φαινόμενο. Το ECDC, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων, επισημαίνει ότι ο ιός του Δυτικού Νείλου επεκτείνεται σταδιακά σε νέες περιοχές της Ευρώπης, επηρεάζοντας 12 ευρωπαϊκές χώρες, με την Ιταλία πρώτη και την Ελλάδα δεύτερη.

Υπάρχει ευρύτερο ευρωπαϊκό υπόβαθρο, με υψηλές θερμοκρασίες, βροχοπτώσεις και μεγαλύτερη περίοδο δραστηριότητας των κουνουπιών να δημιουργούν ευνοϊκότερες συνθήκες για τον πολλαπλασιασμό του ιού. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι ευρωπαϊκές χώρες πλήττονται εξίσου, όμως το γενικό μήνυμα είναι πως ο ιός αντιμετωπίζεται πλέον ως αυξανόμενη και γεωγραφικά επεκτεινόμενη απειλή στην Ευρώπη, με σημαντικό ρόλο στη σχέση κλίματος και αστικού περιβάλλοντος.

Κατά την κ. Ψαλτοπούλου, η έξαρση δεν μπορεί να αποδοθεί σε μία μόνο αιτία, όπως για παράδειγμα στη συχνότητα ή στην έναρξη των τοπικών αεροψεκασμών.

Πρόκειται για πολυπαραγοντικό φαινόμενο: ο καιρός, η θερμοκρασία και η υγρασία καθ’ όλο το έτος, ο αριθμός και η μολυσματικότητα των κουνουπιών, τα πτηνά-ξενιστές, η αστική οικολογία, η προηγούμενη κυκλοφορία του ιού, για παράδειγμα τους χειμερινούς μήνες, η ηλικιακή κατανομή των πολιτών, αλλά και η αποτελεσματικότητα των διαθέσιμων παρεμβάσεων σε όλη τη διάρκεια του έτους βρίσκονται σε δυναμική αλληλεπίδραση.

Από την άλλη, η κ. Ψαλτοπούλου αναφέρει πως μελέτη στο Nature το 2025, ειδικά από τη Θεσσαλία, έδειξε ότι μετά τις πλημμύρες Daniel αυξήθηκε πολύ ο πληθυσμός των κουνουπιών Culex, του βασικού φορέα του ιού του Δυτικού Νείλου, αλλά δεν αυξήθηκε η κυκλοφορία του ιού.

Επομένως, χρειάζονται πολλαπλά επιδημιολογικά δεδομένα, καθώς και αναλυτικά στοιχεία εντομολογικής επιτήρησης σε κάθε περιοχή της χώρας που πλήττεται, ώστε να δημοσιευθεί ολοκληρωμένη επιστημονική ανάλυση που να αποδεικνύει πιθανή αιτιολογική συσχέτιση, καταλήγει η κ. Ψαλτοπούλου.

Πηγή περιεχομένου: in.gr

Loading

Play