Αλτσχάιμερ: Ποιοι πρέπει να κάνουν τις νέες αιματολογικές εξετάσεις και ποιοι όχι, σύμφωνα με τον Κ. Λυκέτσο

Αλτσχάιμερ: Ποιοι πρέπει να κάνουν τις νέες αιματολογικές εξετάσεις και ποιοι όχι, σύμφωνα με τον Κ. Λυκέτσο

Μια νέα εποχή στη διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ έχει ήδη ξεκινήσει, με τις αιματολογικές εξετάσεις να δίνουν πλέον στους γιατρούς μια αρκετά αξιόπιστη εικόνα για το αν υπάρχουν στον εγκέφαλο οι παθολογικές εναποθέσεις αμυλοειδούς που συνδέονται με τη νόσο. Όπως εξηγεί ο Κωνσταντίνος Λυκέτσος, οι αιματολογικές εξετάσεις αλλάζουν τα δεδομένα, όμως δεν προορίζονται για αδιακρίτως χρήση στον γενικό πληθυσμό και αφορούν κυρίως ανθρώπους που εμφανίζουν συμπτώματα.

Σε συνέντευξή του στο Πρακτορείο FM και στην εκπομπή της Τάνιας Μαντουβάλου «104,9 Μυστικά Υγείας», ο καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, διευθυντής του Κέντρου Εξατομικευμένης Ιατρικής για τη νόσο Αλτσχάιμερ και πρόεδρος της Ελληνικής Πρωτοβουλίας Ενάντια στη Νόσο Αλτσχάιμερ, σημειώνει ότι η διάγνωση μπορεί πλέον να στηρίζεται σε θετικούς βιοδείκτες, κάτι που επιτρέπει πιο έγκαιρη και ακριβή αναγνώριση της νόσου.

Ο κ. Λυκέτσος αναφέρει ότι σήμερα υπάρχουν περισσότερες από μία εξετάσεις αίματος για τη νόσο Αλτσχάιμερ, με τον βιοδείκτη p-tau217 να συγκαταλέγεται στις πιο αξιόπιστες επιλογές. Η εξέταση μετρά στο αίμα ένα μόριο που προέρχεται από τον εγκέφαλο και, όταν είναι αυξημένο, δίνει ισχυρή ένδειξη ότι υπάρχει αυξημένη παθολογία αμυλοειδούς, ενώ η αξιοπιστία της έχει αξιολογηθεί σε σύγκριση με PET, που μπορούν να καταγράψουν απευθείας την παρουσία β-αμυλοειδούς στον εγκέφαλο. Παράλληλα, υπάρχουν εξετάσεις που μετρούν μορφές αμυλοειδούς στο αίμα, όπως τα Aβ40 και Aβ42.

Ο ίδιος διευκρινίζει ότι ένα πολύ υψηλό θετικό αποτέλεσμα του p-tau217 μπορεί να έχει σημαντική διαγνωστική αξία σε ασθενή με συμπτώματα. Όταν όμως πρόκειται να ληφθεί απόφαση για τη χορήγηση των νέων θεραπειών που στοχεύουν το αμυλοειδές, η αιματολογική εξέταση δεν αρκεί από μόνη της: ένα θετικό αποτέλεσμα μπορεί να είναι το πρώτο βήμα, αλλά ακολουθεί απεικόνιση PET ώστε να επιβεβαιωθεί η παρουσία αυξημένων επιπέδων αμυλοειδούς στον εγκέφαλο και να φανεί αν ο ασθενής πληροί τα κριτήρια για τις συγκεκριμένες θεραπείες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και το αντίστροφο σενάριο, όταν κάποιος εμφανίζει συμπτώματα αλλά ο βιοδείκτης αίματος είναι αρνητικός. Ο κ. Λυκέτσος λέει ότι ένα αρνητικό αποτέλεσμα του p-tau217 μειώνει σημαντικά την πιθανότητα να υπάρχει αμυλοειδές στον εγκέφαλο, χωρίς όμως να τη μηδενίζει. Αν η κλινική εικόνα εξακολουθεί να δημιουργεί ισχυρή υποψία, ο γιατρός πρέπει να κρίνει αν χρειάζεται PET. Αν δεν τίθεται θέμα χορήγησης των νέων μονοκλωνικών αντισωμάτων, ενδέχεται να μην υπάρχει λόγος για πιο σύνθετο έλεγχο και ο ασθενής μπορεί να παρακολουθηθεί κλινικά, με επανάληψη της εξέτασης αν η κατάσταση επιδεινωθεί μέσα στους επόμενους μήνες.

Ο καθηγητής υπογραμμίζει ότι πρόκειται για πολύ νέο πεδίο και πως δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή δεδομένα για όλες τις πιθανές κλινικές περιπτώσεις. Την ίδια στιγμή, είναι ξεκάθαρος για τη χρήση των βιοδεικτών σε ανθρώπους που δεν εμφανίζουν συμπτώματα: ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι ένας θετικός βιοδείκτης σε κατά τα άλλα υγιή άνθρωπο μπορεί να συνδέεται με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης αργότερα ήπιας γνωστικής διαταραχής ή άνοιας, όμως δεν είναι ακόμη σαφές πώς πρέπει να ερμηνεύεται αυτή η πληροφορία, σε ποιους πρέπει να δίνεται και ποια θεραπευτική παρέμβαση μπορεί να ακολουθήσει.

Γι’ αυτό, τονίζει ότι ένα θετικό αποτέλεσμα σε απολύτως υγιή άνθρωπο μπορεί να δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα, αφού ο γιατρός θα πρέπει να διαχειριστεί μια πληροφορία της οποίας η ακριβής σημασία δεν είναι ακόμη γνωστή και για την οποία δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεραπευτική κατεύθυνση. Σε ό,τι αφορά τις νέες θεραπείες με μονοκλωνικά αντισώματα, που απομακρύνουν το αμυλοειδές από τον εγκέφαλο, ο κ. Λυκέτσος εξηγεί ότι χορηγούνται σε πρώιμα στάδια της νόσου και μπορούν να επιβραδύνουν σε κάποιο βαθμό την πορεία της νοητικής έκπτωσης.

Το όφελος, πάντως, είναι σχετικά μικρό και δεν θεωρείται απαραίτητα αρκετό για όλους τους ασθενείς ώστε να επιλέξουν τη συγκεκριμένη θεραπευτική προσέγγιση. Παράλληλα, απαιτείται στενή παρακολούθηση με απεικονιστικές εξετάσεις, καθώς υπάρχει κίνδυνος αιμορραγικών επιπλοκών. Αντίθετα, τα παλαιότερα φάρμακα για τη συμπτωματική αντιμετώπιση της άνοιας έχουν διαφορετικό ρόλο: ενδείκνυνται σε ανθρώπους με άνοια, όχι σε υγιείς ανθρώπους ή σε άτομα με ήπια γνωστική διαταραχή, καθώς στην ήπια γνωστική διαταραχή δεν έχει αποδειχθεί ότι τροποποιούν την πορεία της νόσου.

Στην άνοια μπορούν να προσφέρουν συμπτωματική βοήθεια, χωρίς όμως να θεωρείται ότι αλλάζουν την εξέλιξη της νόσου. Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα των οικογενειών είναι αν ο γιατρός μπορεί να γνωρίζει από την αρχή πόσο γρήγορα θα εξελιχθεί η νόσος, και ο καθηγητής Ψυχιατρικής του Johns Hopkins απαντά ότι η καλύτερη πρόβλεψη σήμερα δεν προκύπτει από τους βιοδείκτες, αλλά από την κλινική παρακολούθηση στον χρόνο.

Όταν ένας ασθενής με ήπια γνωστική διαταραχή ή άνοια αξιολογείται σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, με απόσταση τουλάχιστον έξι μηνών, ο γιατρός μπορεί να σχηματίσει αρκετά αξιόπιστη εικόνα για την πορεία του. Η παρακολούθηση αυτή μπορεί να βοηθήσει στην εκτίμηση του πότε θα χρειαστεί μεγαλύτερη υποστήριξη στο σπίτι, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις δίνει και μια εκτίμηση για τη συνολική πορεία της νόσου, την ώρα που οι βιοδείκτες διάγνωσης δεν μπορούν σήμερα να προβλέψουν με αντίστοιχη αξιοπιστία την ταχύτητα εξέλιξης.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο κ. Λυκέτσος στην πρόληψη, λέγοντας ότι πολλοί παράγοντες που σχετίζονται με την καρδιαγγειακή και τη γενικότερη υγεία επηρεάζουν και την υγεία του εγκεφάλου. Ο έλεγχος της αρτηριακής πίεσης και του σακχάρου, ο έλεγχος της ακοής, η διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους, ο καλός ύπνος, η σωματική άσκηση, αλλά και η κοινωνική και νοητική δραστηριότητα, συνθέτουν το πακέτο πρόληψης που περιγράφει.

Αν κάποιος μπορούσε να κάνει μόνο μία παρέμβαση, ο καθηγητής δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη σωματική άσκηση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι υπόλοιποι παράγοντες χάνουν τη σημασία τους. Κλείνοντας, ο κ. Λυκέτσος τονίζει ότι η νοητική υγεία δεν προστατεύεται μόνο με εξετάσεις και φάρμακα, αλλά χρειάζεται και σωματική, κοινωνική και πνευματική δραστηριότητα.

ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ

Loading

Play