Ανανεώνεται ο Θέμης Ανδρεάδης: δύο νέοι δίσκοι και βιβλίο για τη ζωή του

Ανανεώνεται ο Θέμης Ανδρεάδης: δύο νέοι δίσκοι και βιβλίο για τη ζωή του

Με δύο νέους δίσκους και ένα βιβλίο για τη ζωή του, ο Θέμης Ανδρεάδης δείχνει ότι παραμένει παρών, δημιουργικός και πολύ αγαπητός στο κοινό. Στα 76 του χρόνια συνεχίζει να συνδέει τη μουσική του διαδρομή με νέες δουλειές και ζωντανές εμφανίσεις.

Η ανταπόκριση που είχαν οι πρόσφατες, επιτυχημένες εμφανίσεις του στην μπουάτ «Απανεμιά», μαζί με το βιβλίο του Σταύρου Καρτσωνάκη «Θέμης Ανδρεάδης. Σαν ένα ξαφνικό ταξίδι» από τις εκδόσεις Μετρονόμος, δείχνουν την αποδοχή που εξακολουθεί να έχει. Ο τραγουδιστής έχει ήδη ξεκινήσει και την παραγωγή ακόμη ενός δίσκου με μελοποιημένη ποίηση.

Για τη ζωή του και τα σχέδιά του, πάντα με άξονα τη μουσική, μίλησε στον Γιώργη-Βύρωνα Δάβο, σε μια συνέντευξη όπου ξεδίπλωσε τις σημαντικές στιγμές της καριέρας του και τη δική του ματιά για το τραγούδι.

«Είναι μία καινούργια κατάσταση», λέει ο Θ. Ανδρεάδης, αναφερόμενος στη νέα αποδοχή που βλέπει γύρω από το έργο του: «Μετά από τα χρόνια σιωπής -από τη δεκαετία του ’90, που σταμάτησα και το 2012 όταν ξανάρχισα να κάνω πάλι παραγωγές- είναι μία ανάκαμψη, θα έλεγα, της μουσικής μου διαδρομής. Και μέσα σε περίεργους καιρούς, έτσι;»

Μετά την πλούσια πορεία του στη μουσική των ’70s, ο Θ. Ανδρεάδης έχει από το 2012 έως σήμερα κυκλοφορήσει τρεις παραγωγές. «Το 2014 ήταν ένας μεγάλος δίσκος που κυκλοφόρησε σε CD, το Το σώμα ξέρει, με 12 τραγούδια σε μουσική δική μου και ποίηση του Γιάννη Ευθυμιάδη. Δύο ψηφιακές εκδόσεις το 2023: η μία με τραγούδια διαφόρων συνθετών -7 τραγούδια που λέγονταν 7 τραγούδια θα σου πω, σε μουσική και στίχους δικούς μου και διαφόρων φίλων συνθετών- και η τρίτη παραγωγή λεγόταν Του έρωτα και του χαμού, με 15+1 τραγούδια σε μουσική δική μου και στίχους της Μαίρης Φασουλάκη και του Άγγελου Τσέκερη».

Τώρα ετοιμάζει για τον Οκτώβριο μια νέα δουλειά, την οποία περιγράφει ως έργο ζωής. «Μία πολύ σημαντική δουλειά, ένα έργο ζωής που έχω κάνει από 16 χρονών μέχρι σήμερα με μελοποιημένα ποιήματα 10 ποιητών: Σαρλ Μποντλέρ, Έμιλι Ντίκινσον, του Τσέχου νομπελίστα ποιητή Γιάροσλαβ Σέιφερτ, ενός Σούφι Τούρκου ποιητή. Κι από Έλληνες: τους Κωνσταντίνο Καβάφη, Νικηφόρο Βρεττάκο, Τάσο Κόρφη, Γεράσιμο Μαρκορά και τον Γιώργο Χρονά. Δώδεκα τραγούδια 10 ποιητών, στα οποία η μουσική και η ερμηνεία είναι δική μου, και συμμετέχουν ο Δημήτρης Ανδρεάδης και ο Άγγελος Θεοδωράκης-Παπαγγελίδης. Η ενορχήστρωση και στους δύο δίσκους είναι του Δημήτρη Παπαγγελίδη».

Η διαδρομή του Θ. Ανδρεάδη, τον οποίο το κοινό έχει ταυτίσει με το σατιρικό τραγούδι, όμως, ξεκίνησε διαφορετικά. Το είδος αυτό εμφανίστηκε στη διάρκεια της δικτατορίας και σήμερα επανέρχεται στην επικαιρότητα με τον ίδιο ξανά σε πρώτο πλάνο.

«Να τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή», λέει ο ερμηνευτής. «Γεννήθηκα στις 31 Δεκεμβρίου του ’49, τελευταία μέρα μιας ταραγμένης δεκαετίας, στην Καλλιθέα. Τα πρώτα χρόνια μου τα πέρασα στην Καλλιθέα μέχρι 20 χρονών κι από 20 χρονών βρίσκομαι στη Νέα Σμύρνη. Στα πρώτα χρόνια μου στην Καλλιθέα τα ακούσματά μου ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, λαϊκά τραγούδια. Δεν είχα ρίζες τέτοιες οι οποίες να μου έβγαιναν κάπως αλλιώς. Και ένα μεγάλο διάστημα ήμουν νεαρός ψάλτης στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου στην Καλλιθέα».

Στην Καλλιθέα, όπως λέει, έγινε και η πρώτη μεγάλη στροφή στη ζωή του: «Σε ηλικία 15 χρονών, η αδελφή μου, που ήταν πνεύμα ανήσυχο, με παρότρυνε να μάθω κιθάρα. Εκεί στην Καλλιθέα είχα για δάσκαλο τον Νότη Μαυρουδή, ο οποίος ήταν για μένα ένα φωτεινό σημείο στη ζωή μου! Με αυτόν έμαθα πράγματα τα οποία με βρήκαν μετά στη διαδρομή μου. Ο Νότης μου έμαθε και για τις μπουάτ του Νέου Κύματος, γιατί ήταν ένας από τους ιδρυτές και πρωταγωνιστής. Λοιπόν, κι εγώ μεγάλωσα, ανδρώθηκα με αυτούς τους ήχους μέσα στις μπουάτ του Νέου Κύματος».

Η αδελφή του στάθηκε αφορμή και για το επόμενο βήμα, που του άνοιξε τον δρόμο προς τη δημόσια μουσική ζωή: «Όταν ήμουν 16 χρονών, η αδελφή μου πάλι μου λέει: Θα σε πάω στα Ταλέντα του Οικονομίδη, τη ραδιοφωνική εκπομπή που ήταν πολύ της μόδας τότε. Εκεί ο Οικονομίδης με ψάρεψε, να πούμε! Με είδε με την κιθάρα μου και λέει: Για έλα εδώ, ρε… Τι θα μας πεις;. Θα σας πω ένα ποίημα του Γεράσιμου Μαρκορά που έχω μελοποιήσει, θα το παίξω στην κιθάρα μου και θα σας τραγουδήσω εγώ ο ίδιος. Λοιπόν, μεγάλη επιτυχία! Με άκουσε από το βάθος ο Μίμης Πλέσσας που ήταν στο πιάνο, κατάλαβε ότι κάτι έχω κι αμέσως μου έβαλε echo στη φωνή! Έτσι ξεκίνησα τη δημόσια μουσική ζωή μου, πήρα το βάπτισμα του πυρός εκεί».

Από εκεί και πέρα, όπως θυμάται, όλα άρχισαν να κινούνται γρήγορα: «Την επόμενη μέρα ήρθε ο Νότης Μαυρουδής με ένα Solex που οδηγούσε, από την Κρέμου που έμενε στην Καλλιθέα, στην οδό Φιλαρέτου που έμενα εγώ, και μου λέει: “Θα πας αύριο στην μπουάτ Ταβάνια, όπου ο Νίκος Καζής, ο οποίος ήταν ο ιδιοκτήτης της μπουάτ, σε άκουσε στα Ταλέντα και θέλει να συνεργαστείτε“. Και έτσι ξεκίνησε η πρώτη μου καλλιτεχνική δουλειά, χειμώνας του ’66 προς τις αρχές του ’67. Εκεί έμεινα τρεις μήνες, γιατί μας βρήκε η δικτατορία τον Απρίλιο του ’67 και μας έκλεισαν. Έμεινα τρεις μήνες μαζί με τον Γιώργο Μαρίνο, ο οποίος ήταν τότε μαθητής της Σχολής του Εθνικού Θεάτρου και ήταν το πρώτο όνομα, με τη Δέσποινα Γλέζου (σαν εκπρόσωπος της ροκ) και τη Σοφία Σπυράτου–τη γνωστή χορογράφο, που τότε τραγουδούσε Χατζηδάκη».

Ακολούθησαν συνεργασίες που τον σημάδεψαν: «Αργότερα συνεργάστηκα με την Καίτη Χωματά και τον Μιχάλη Βιολάρη στην μπουάτ Αυλαία του Βασίλη Μαυρομμάτη, και μετά με την Αρλέτα πάλι στα Ταβάνια, όταν πήρε τη διεύθυνση των Ταβανιών η Αρλέτα. Μαζί με μία κοπέλα, τη Μικρέλια, τραγουδούσαμε μπαλάντες κι εγώ έλεγα δικά μου τραγούδια».

Η πιο καθοριστική στιγμή στην καριέρα του, όπως λέει, ήταν η συνεργασία του με τον Γιάννη Μαρκόπουλο: «Λοιπόν, πήγα φαντάρος και μόλις απολύθηκα, βρέθηκα με τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Ήταν η μεγάλη καμπή της καριέρας μου, γιατί το 1972 πρωτοτραγούδησα τα τραγούδια του Γιάννη Μαρκόπουλου Του άντρα του πολλά βαρύ, το Θα πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν και την μπαλάντα Όχι, δεν πρέπει να συναντηθούμε. Αυτά μου άνοιξαν τον δρόμο».

Στη συνέχεια ήρθε το σατιρικό τραγούδι, που τον έκανε ευρύτερα γνωστό. «Το ‘73 γνώρισα τον Γιάννη Λογοθέτη και κάναμε τα πρώτα σατιρικά τραγούδια μαζί με ενορχηστρωτή τον Γιάννη Κουρτσόγλου, από τους Πελόμα Μποκιού. Κάναμε μία σημαντική δουλειά στο ελληνικό τραγούδι, η οποία καταγράφηκε ως σατιρικό τραγούδι της εποχής, πολύ πρωτότυπο και πρωτοποριακό. Γιατί εγώ, μαζί με τη σκηνική μου παρουσία, είχα μία ιδιαίτερη παρουσία στα μουσικά πράγματα, πέραν των ανάλαφρων, σατιρικών και σκωπτικών τραγουδιών. Δηλαδή, από τη στιγμή που σηκώθηκα όρθιος και έφυγε η κιθάρα από τα χέρια μου, δεν ήξερα τι να κάνω τα πόδια μου, τα χέρια μου και γενικώς το σώμα μου, και ξαφνικά άρχισα να κάνω κάτι παλαβό».

Έτσι, όπως λέει ο ίδιος, η αμηχανία του στη σκηνή τον οδήγησε σε μια ελληνική εκδοχή της περφόρμανς και της μουσικής-θεάτρου. Παράλληλα, η δισκογραφία του άρχισε να μεγαλώνει με συνεργασίες από τη Δήμητρα Γαλάνη και τη Βίκυ Μοσχολιού έως τον Γιάννη Πουλόπουλο και τον Μανώλη Μητσιά.

Όμως στον κολοφώνα της επιτυχίας του, βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα σοβαρό αυτοκινητιστικό ατύχημα. «Τον Ιούλιο του ‘75 στην Κρήτη, όπου επρόκειτο να τραγουδήσω, πήγαμε να φάμε σε μία ταβέρνα στο Ηράκλειο της Κρήτης με τους μουσικούς μου. Εκεί κάποιος που έτρωγε μόνος του και μάλιστα δεν μου έκανε εντύπωση, δήλωσε μεγάλος θαυμαστής μου. Αφού επέμεινε να μας κάνει το τραπέζι, στη συνέχεια ήταν αδιάλλακτος να μας γυρίσει και στον χώρο που μέναμε (πλήρωσε μάλιστα και το ταξί που μας περίμενε για να επιστρέψουμε). Μας στρίμωξε σε ένα μικρό Autobianchi και σε όλη τη διαδρομή δεν πρόσεχε τον δρόμο, αλλά κοίταζε διαρκώς εμένα, μη πιστεύοντας ότι έχει δίπλα του τον Θ. Ανδρεάδη. Καθώς δεν έβλεπε καλά πήρε μία γιαγιά στο παρμπρίζ και μου την έφερε όλη στο πρόσωπο! Αποτέλεσμα ήταν να πάθω κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ήμουν σε θάλαμο ανάνηψης… Πώς έζησα! Από τύχη, από τύχη! Και ακόμα παλεύω με αυτά τα συμπτώματα… Όταν γύρισα από την κρανιοεγκεφαλική διάσειση, με το αριστερό μου μάτι να έχει υποστεί εγχειρήσεις και τέτοια πράγματα…»

Παρά την επιτυχία του, ο Θ. Ανδρεάδης δεν ήθελε να μείνει εγκλωβισμένος σε ένα μόνο είδος. «Ήταν μια βαθύτερη ανάγκη, ο λόγος ήταν να έρθω σε αντιπαράθεση με τον διευθυντή της MINOS. Γιατί ήθελα να έχω άποψη για τα τραγούδια και θέλω να τα κρίνω εγώ, τι θα πω και τι δεν θα πω. Αυτό ήταν το μοιραίο λάθος που έκανα! Γιατί τότε όλοι με ήθελαν τραγουδιστή σατιρικό. Έτσι θα πεθάνεις, με αυτό (σσ το σατιρικό) τελείωσε! Δεν θα πεις τίποτα άλλο!. Και εκτός αυτού, συζητάμε για παντοκρατορίες που είχαν οι δισκογραφικές εταιρείες τότε. Υπήρχε και ένας ανταγωνισμός μεγάλος, είχε βγει και ο Χάρρυ Κλυνν που είχε σαρώσει τα πάντα! Και λέω εγώ: Δεν θέλω να κάνω άλλα σατιρικά τραγούδια τώρα, θέλω να κάνω μπαλάντες. Ε, μου έδειξαν την πόρτα και τελείωσε! Έκανα δικές μου παραγωγές. Μέχρι σήμερα κάνω τις δικές μου παραγωγές».

Σήμερα στρέφεται ξανά σε μια πιο απαιτητική διαδρομή, με μελοποιημένη ποίηση και έναν 100% ακουστικό δίσκο. «Είμαι από αυτούς που επιμένουν! Επιμένοντας να δουλεύω όχι ηλεκτρικά όργανα και αυτό ακριβώς δίνει ένα στοιχείο ποιότητας στη δουλειά αυτή. Με ποιητές ποιος ασχολείται τώρα πια, να πούμε; Κι όμως, επιμένω! Επιμένω γιατί απευθύνομαι… θα τα βγάλω και σε βινύλιο, και απευθύνομαι σε συλλέκτες του είδους πια».

Παράλληλα, βλέπει ξανά ενδιαφέρον για τα φυσικά φορμά. «Πιστεύω ότι, αφού καταναλωθεί και διαλυθεί οτιδήποτε χειροτεχνικό, καλλιτεχνικό, χειροποίητο, θα ξαναεπιστρέψουμε κάποια στιγμή. Ήδη λίγο αυτό γίνεται, για παράδειγμα επιστρέφουμε στο βινύλιο, σωστά; Παρ’ ότι είναι λίγο ακριβό, επειδή δεν παράγεται στην Ελλάδα, αλλά στην Πολωνία, στη Βουλγαρία, στην Αγγλία. Ακόμα. Αλλά και στο CD, που το είχαμε παρατήσει. Εγώ έβγαλα με το Του έρωτα και του χαμού 200 βινύλια και έφυγαν κατευθείαν, πουλήθηκαν κατευθείαν!».

Η επιστροφή του στη σκηνή, όπως λέει, τον συγκινεί. «Είναι συγκινητική! Δηλαδή, μετά από την απουσία 20 χρόνων που είχα -παντελή απουσία από τα μουσικά πράγματα- το 2012 που ξανάρχισα τις εμφανίσεις μου, και ιδιαίτερα σε μία συγκεκριμένη μπουάτ, τη μοναδική μπουάτ που υπάρχει πια από τις παλιές, την Απανεμιά στην Πλάκα, ήταν συγκινητική. Όλες οι παραστάσεις μου ήταν sold out. Δηλαδή, δεν είναι μεγάλος χώρος, 100 άτομα χωράει μέσα, αλλά ήταν γεμάτο πάντα! Να σκεφτείς ότι μετά την πανδημία πήγα για δύο παραστάσεις στην Απανεμιά και έκανα 28! Δηλαδή ήταν συγκινητική αυτή η ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε εκεί, ήταν sold out όλα!».

Δεν αποκλείει μάλιστα να συνεχίσει και πιο ενεργά τις εμφανίσεις του: «Και βέβαια το σκέφτομαι! Αν και 76 ετών τα πόδια μου ακόμα με βαστάνε! Ναι, ναι, σκέφτομαι να συνεχίσω να τραγουδάω. Θα παρουσιάσω αυτές τις δύο καινούργιες δουλειές που έχω: τον δίσκο με τους ποιητές που λέγεται Εγώ τον κόσμο περπατώ και θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβρη, και τη δουλειά με τους στίχους και τα κείμενα του Μέντη Μποσταντζόγλου (Μποστ) που θα κυκλοφορήσει το Νοέμβρη. Θα τα παρουσιάσω στην Απανεμιά».

Και παρότι το κοινό εξακολουθεί να ζητά τα παλιά του τραγούδια, εκείνος τα κουβαλά ακόμη στη σκηνή. «Δηλαδή, πώς να κάνεις αλλιώς; Το Θα πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν το λέω ακόμα, 53 χρόνια από τότε που βγήκε! 53 χρόνια! Ή το τραγούδι που απαιτεί διαρκώς ερωταποκρίσεις με το κοινό; Είμαι πολύ ωραίος; – Αλήθεια, με ρωτάει ο κόσμος, Βεβαίως! απαντάω εγώ! Και μετά αντιστρέφεται: Είσαι πολύ ωραίος; – Αλήθεια; ρωτάω εγώ, Βεβαίως! μου απαντάει ο κόσμος! Γίνεται μία πολύ συμπαθητική στιχομυθία που είναι πολύ σημαντική».

Για τον ίδιο, οι άνθρωποι που σημάδεψαν την πορεία του είναι συγκεκριμένοι, ενώ δεν κρύβει και τη διάθεσή του για νέες συνεργασίες. «Πρώτα-πρώτα να πω ποιοι σημάδεψαν την καριέρα μου: ο Νότης Μαυρουδής, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Νίκος Ξυλούρης, η Βίκυ Μοσχολιού. Αυτοί ήταν πολύ σημαντικοί στην καριέρα μου, η συνεργασία μου μαζί τους. Αυτή την εποχή θα ήθελα να συνεργαστώ με τον Φοίβο Δεληβοριά, από την Καλλιθέα κι αυτός, έτσι; Αλλά τον εκτιμώ ιδιαίτερα και μου αρέσει πάρα πολύ».

Όσο για το τι ζητά από τη ζωή, η απάντησή του είναι λιτή: «Υγεία μόνο, τίποτα άλλο! Γιατί είχα πολλά ανεβοκατεβάσματα με την υγεία μου. Έφτασα τρεις φορές στο θάνατο. Μετά, στο τέλος, μία βαριά κατάθλιψη – η οποία είναι απίστευτη κατάσταση… Τι βαριά κατάθλιψη! Δεν αναγνωρίζεις και δεν νιώθεις τίποτα, μία κατάσταση δύσκολη. Πέρασα καρκίνο, πέρασα αυτό το δυστύχημα που κόντευε να μου στοιχίσει τη ζωή… Έφτασα δηλαδή τρεις φορές στο θάνατο, κι όμως ακόμα είμαι όρθιος! Ακόμα όρθιος και δημιουργικός, ευτυχώς!»

Σήμερα ο Θέμης Ανδρεάδης είναι υγιής και, πάνω απ’ όλα, δημιουργικός. Παρουσιάζει το βιβλίο για τη ζωή του και ετοιμάζει νέο δίσκο, αποδεικνύοντας πως ακόμη και στα 76 του χρόνια «είναι πολύ ωραίος-Αλήθεια;-Βεβαίως».

Loading

Play