Το ΕΜΣΤ ετοιμάζεται να υποδεχθεί από τις 3 Ιουνίου 2027 την πρώτη μεγάλης κλίμακας έκθεση του Γουίλιαμ Κέντριτζ στην Ελλάδα, με περισσότερα από 100 έργα του Νοτιοαφρικανού καλλιτέχνη. Με τίτλο «Το Μεγάλο Ναι, το Μεγάλο Όχι», η έκθεση σε επιμέλεια Τarek Abou El Fetouh και καλλιτεχνική διεύθυνση της Κατερίνας Γρέγου είναι συμπαραγωγή με το BOZAR των Βρυξελλών και φωτίζει τη σχέση των εικαστικών τεχνών με το θέατρο, την όπερα και την performance.
Ο Γουίλιαμ Κέντριτζ, γεννημένος στο Γιοχάνεσμπουργκ το 1955, συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους εν ζωή καλλιτέχνες και ξεκίνησε την πορεία του στη γενέτειρά του, στο αποκορύφωμα του πολιτικού αγώνα κατά του απαρτχάιντ. Αν και το έργο του είναι βαθιά δεμένο με τη Νότια Αφρική, παραμένει ταυτόχρονα οικουμενικό, με μια πολυεπίπεδη, ριζικά πολιτική και κριτική ματιά πάνω στην ανθρώπινη ιστορία και την ανθρώπινη φύση. Η σύνδεση καλλιτεχνικής, πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας στο έργο του έχει διαμορφώσει μια αναγνωρίσιμη γλώσσα που έχει αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στη σύγχρονη τέχνη των τελευταίων δεκαετιών.
Το έργο του Γουίλιαμ Κέντριτζ περιλαμβάνει σχέδιο, κινούμενη εικόνα, γλυπτική, χαρακτική, εγκαταστάσεις και βίντεο. Κεντρική θέση στην πρακτική του έχουν το θέατρο, η όπερα και η performance, μέσα από τα οποία διερευνά τη σχέση της εικόνας με το κείμενο, τη μουσική, την κίνηση και τη ζωντανή δράση. Η έκθεση στο ΕΜΣΤ εστιάζει ακριβώς σε αυτή τη διάσταση, παρουσιάζοντας σημαντικές θεατρικές και μουσικοθεατρικές παραγωγές, ζωντανές δράσεις και performances, καθώς και τη συνεργασία του με συγγραφείς, μουσικούς, σκηνογράφους, χορογράφους και διεθνείς θεατρικούς και μουσικούς οργανισμούς. Μέσα από σχέδια, γλυπτά, μακέτες, κινηματογραφικές προβολές και τεκμήρια παραγωγής, ξεδιπλώνεται ένας κόσμος όπου θέατρο, εικαστική δημιουργία, λογοτεχνία και μουσική συναντιούνται, αποκαλύπτοντας την πολυσύνθετη καλλιτεχνική του πρακτική.
Η ενασχόληση του Γουίλιαμ Κέντριτζ με το θέατρο, την όπερα και την performance είναι βασικό κομμάτι της καλλιτεχνικής του εξέλιξης, καθώς επεκτείνει το σχέδιο και το animation στη μουσική, τη χορογραφία, το κουκλοθέατρο, τον λόγο και τη ζωντανή δράση. Η θεατρική του διαδρομή άρχισε στη Νότια Αφρική στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν επαναπροσέγγισε την ευρωπαϊκή λογοτεχνία και το θέατρο, περνώντας τα μέσα από την πολιτική και ιστορική εμπειρία της εποχής του απαρτχάιντ.
Στη συνέχεια, ο Κέντριτζ πέρασε δυναμικά στην όπερα με το «Il Ritorno d’Ulisse in Patria» (1998), που έκανε πρεμιέρα στο Κunstenfestival des Arts στις Βρυξέλλες, και ακολούθησαν το «The Magic Flute» (2005), παραγωγή της La Monnaie στις Βρυξέλλες, και το «The Nose» (2010), που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης. Κατά τη δεκαετία του 2000 και του 2010, άρχισε να καταργεί όλο και περισσότερο τα όρια ανάμεσα στην όπερα, το θέατρο, την εγκατάσταση και την performance. Τα «Black Box / Chambre Noire» (Deutsche Guggenheim, Berlin, 2005), «Telegrams from the Nose» (Kaaitheater, Βρυξέλλες, 2010) και «Refuse the Hour» (2011), που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Market Theatre του Γιοχάνεσμπουργκ, συνδύασαν προβολές animation, μουσική, διάλεξη, χορογραφία και κινητική γλυπτική. Το «The Refusal of Time» (2012), που αναπτύχθηκε μαζί με τον φυσικό Πίτερ Γκάλισον, διεύρυνε αυτές τις ιδέες και τις συμπύκνωσε σε μια μνημειώδη πολυμεσική εγκατάσταση με φιλμ, χορό, ήχο και μια «μηχανή αναπνοής». Παρουσιάστηκε σε μεγάλα διεθνή ιδρύματα, μεταξύ των οποίων το Metropolitan Museum of Art και το SFMOMA.
Στα επόμενα έργα του περιλαμβάνονται το «Winterreise» (2014), μια σκηνική προσέγγιση του κύκλου τραγουδιών του Σούμπερτ, το «Paper Music» (2014), το «Lulu» (2015), που έκανε πρεμιέρα στην Ολλανδική Εθνική Όπερα και στη συνέχεια παρουσιάστηκε στη Metropolitan Opera και στην English National Opera, καθώς και τα «Notes Towards a Model Opera» και «More Sweetly Play the Dance» (και τα δύο 2015). Το «Triumphs and Laments» (2016), ένα μνημειακό έργο δημόσιου χώρου στη Ρώμη, και το «A Guided Tour of the Exhibition: for Soprano with Handbag» (2016) διεύρυναν ακόμη περισσότερο τη σχέση του με την performance. Το «Wozzeck» (2017), μια νέα σκηνοθετική ανάγνωση της όπερας του ‘Αλμπαν Μπεργκ, έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ.
Το 2018, το «The Head & the Load», μια μεγάλης κλίμακας παραγωγή που συνδύαζε χορευτές, μουσικούς, animation και προβολές, έκανε πρεμιέρα στο Turbine Hall της Tate Modern και στη συνέχεια παρουσιάστηκε στην Ruhrtriennale, στο Park Avenue Armory της Νέας Υόρκης και στο Holland Festival. Το «Waiting for the Sibyl» (2019), μια chamber opera βασισμένη στον Βιργίλιο και τις μουσικές παραδόσεις της Νότιας Αφρικής, έκανε πρεμιέρα στο Teatro dell’Opera di Roma.
Στα πιο πρόσφατα έργα του στον χώρο της performance συγκαταλέγονται το «Oh To Believe in Another World» (2022), μια ταινία που συνοδεύει τη 10η Συμφωνία του Σοστακόβιτς, και το «The Great Yes, The Great No» (2024), μια chamber opera που έκανε πρεμιέρα στο LUMA Foundation στην Arles. Συνολικά, τα έργα αυτά δείχνουν την επίμονη άρνηση του Κέντριτζ να κρατήσει χωριστές τις εικαστικές τέχνες από το θέατρο: το σχέδιο μετατρέπεται σε animation, το animation σε σκηνογραφία και η performance γίνεται μέσο διερεύνησης της ιστορίας, της μνήμης, της αποικιοκρατίας και του χρόνου.
Πολυγραφότατος και γνωστός ως δεξιοτέχνης του σχεδίου, ο Κέντριτζ εργάζεται καθημερινά στο εργαστήριό του στο Γιοχάνεσμπουργκ, ξεκινώντας κάθε πρότζεκτ με τη δημιουργία πολλών σχεδίων. Πιστός στο πνεύμα της συνεργασίας που χαρακτήρισε τη δουλειά του από τα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του, όταν συνεργαζόταν με θεατρικές ομάδες στο ταραχώδες Γιοχάνεσμπουργκ της δεκαετίας του ’80, προσκαλεί ηθοποιούς, μουσικούς και τραγουδιστές να δουλέψουν μαζί του στην παραγωγή εγκαταστάσεων και παραστάσεων μεγάλης κλίμακας. Η ατομική έκθεση του Γουίλιαμ Κέντριτζ στο ΕΜΣΤ ανατρέχει σε αυτές τις ιδιαίτερες στιγμές της καλλιτεχνικής του δημιουργίας.
![]()
