Η διαρροή προσωπικών δεδομένων επανέρχεται στο επίκεντρο, μετά το δημοσίευμα του Βήματος της Κυριακής και της Νίκης Λυμπεράκη για στοιχεία του πρωθυπουργού και άλλων αξιωματούχων που εμφανίζονται προσβάσιμα σε πλατφόρμες εμπορίας δεδομένων.
Αριθμοί κινητών τηλεφώνων, διευθύνσεις email, βάσεις δεδομένων υπουργείων, κυβερνητικών υπηρεσιών και επιχειρήσεων, αλλά και στοιχεία αξιωματούχων, υπουργών, πολιτικών προσώπων, του ίδιου του Πρωθυπουργού, στρατιωτικών και λειτουργών σωμάτων ασφαλείας περιγράφονται ως διαθέσιμα χωρίς πραγματικό φίλτρο και ουσιαστική προστασία, όπως αναφέρει το άρθρο που εξετάζει πόσο εύκολα μπορούν να εντοπιστούν και να αγοραστούν προσωπικά δεδομένα ακόμη και υψηλόβαθμων κρατικών στελεχών.
Αφορμή για το ρεπορτάζ είναι η επικοινωνία της δημοσιογράφου με τον Ιταλό ειδικό κυβερνοασφάλειας Αντρέα Μαβίλα, ο οποίος υποστηρίζει ότι μέσω διαδικτυακών πλατφορμών μπορεί να βρει σε ελάχιστο χρόνο προσωπικά τηλέφωνα και email σημαντικών προσώπων. Παρουσιάζει, μάλιστα, στοιχεία που φέρεται να αντιστοιχούν στον Κυριάκο Μητσοτάκη και υποστηρίζει ότι έχει στην κατοχή του τον αριθμό του προσωπικού κινητού τηλεφώνου του πρωθυπουργού, ενώ αντίστοιχα στοιχεία λέει πως διαθέτει για υπουργούς, επιχειρηματίες, τραπεζικά στελέχη, στρατιωτικούς και μέλη των σωμάτων ασφαλείας. Κάποια από τα στοιχεία επιβεβαιώνονται και άλλα αποδεικνύονται λανθασμένα, κάτι που δείχνει ότι οι συγκεκριμένες βάσεις δεδομένων δεν είναι πάντα αξιόπιστες. Ο ίδιος αναφέρει επίσης ότι προσπάθησε να ενημερώσει ελληνικές αρχές για το ζήτημα, χωρίς να λάβει απάντηση, ενώ υποστηρίζει πως κάποιοι τον μπλόκαραν. Μπορεί να νόμιζαν ότι είναι φάρσα ή να φοβήθηκαν ότι είναι απόπειρα επίθεσης με spyware, λέει.
Ο διοικητής της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας, Μιχάλης Μπλέτσας, ο οποίος επιβεβαίωσε στο Βήμα ότι είχε λάβει μήνυμα από τον Μαβίλα, υποστήριξε ότι τα στοιχεία αυτά βρίσκονται εύκολα στο Διαδίκτυο, χωρίς να χρειάζονται ειδικά εργαλεία ή γνώσεις. Όπως εξήγησε, η καθημερινότητα αφήνει συνεχώς ψηφιακά ίχνη: κάποια τα δίνουμε οι ίδιοι δημόσια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, άλλα διαρρέουν όταν χάκερ σπάνε βάσεις δεδομένων εταιρειών, ενώ υπάρχουν και οι μεταπράτες δεδομένων, εταιρείες που κινούνται σε γκρίζα ζώνη και συγκεντρώνουν πληροφορίες με νόμιμους ή και μη τρόπους για να τις πουλήσουν σε όποιον πληρώσει.
Το άρθρο επισημαίνει τους κινδύνους που προκύπτουν από αυτή την κατάσταση, καθώς η κατοχή τηλεφώνου ή email μπορεί να διευκολύνει phishing, social engineering, πλαστοπροσωπία, spoofing και στοχευμένες κυβερνοεπιθέσεις. Ιδιαίτερα επικίνδυνο θεωρείται το ενδεχόμενο να χρησιμοποιηθούν στοιχεία πολιτικού ή κρατικού αξιωματούχου για αποστολή ψεύτικης εντολής ή για εξαπάτηση συνεργατών και υπηρεσιών.
Παράλληλα, εξετάζεται η λειτουργία εταιρειών με τεράστιες βάσεις δεδομένων εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων. Μία από αυτές υποστηρίζει ότι αξιοποιεί τα στοιχεία για επιχειρηματική πληροφόρηση, πωλήσεις, μάρκετινγκ και προσλήψεις και ότι στηρίζεται στο έννομο συμφέρον για την επεξεργασία τους. Το άρθρο θέτει, ωστόσο, ερωτήματα για το κατά πόσο υπάρχει επαρκής προστασία από κακόβουλη χρήση και αν εφαρμόζονται στην πράξη οι προϋποθέσεις του GDPR για τη συλλογή, επεξεργασία και εμπορική διάθεση προσωπικών δεδομένων ευρωπαίων πολιτών.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αποκτηθεί ένας αριθμός τηλεφώνου, καθώς δεδομένα μπορούν να προκύψουν ακόμη και από τον συγχρονισμό των επαφών ενός χρήστη όταν δίνει σε μια εφαρμογή πρόσβαση στον τηλεφωνικό του κατάλογο. Έτσι, προσωπικά στοιχεία ανθρώπων που δεν έχουν δώσει οι ίδιοι σχετική συγκατάθεση μπορεί να καταλήξουν σε εμπορικές βάσεις δεδομένων.
Σχολιάζοντας το θέμα, το ΠΑΣΟΚ τονίζει ότι η κυβέρνηση και οι αρμόδιες υπηρεσίες οφείλουν να τοποθετηθούν άμεσα και ρωτά αν γνωρίζουν τη διαρροή προσωπικών δεδομένων του Πρωθυπουργού και μελών της κυβέρνησης σε πλατφόρμες.
Πιο αναλυτικά, το κόμμα αναφέρει ότι δημοσίευμα της εφημερίδας Το Βήμα αποκαλύπτει κενό ασφαλείας στα προσωπικά δεδομένα αξιωματούχων, όπως του Πρωθυπουργού, υπουργών και στρατιωτικών.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα διακινούνται μέσω πλατφορμών με συνδρομή και ήδη η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα χτυπά καμπανάκι για την εθνική ασφάλεια.
Η αναφορά στην περίπτωση του γενικού γραμματέα εθνικής ασφάλειας, κ. Ντόκου, που μοιράστηκε κρίσιμες πληροφορίες για την απόρρητη δράση του διοικητή της ΕΥΠ με Ρώσους φαρσέρ, οι οποίοι υποστήριξαν τότε ότι τον προσέγγισαν μέσω του email του, επανέρχεται επίσης στη δημόσια συζήτηση.
Η κυβέρνηση και οι αρμόδιες υπηρεσίες οφείλουν να τοποθετηθούν άμεσα και δημόσια.
Ποια πρωτόκολλα ασφαλείας ακολουθούνται;
Τελεί σε γνώση τους η διαρροή των προσωπικών δεδομένων του Πρωθυπουργού και μελών της κυβέρνησης σε τέτοιες πλατφόρμες;
Ποιες κινήσεις έχουν γίνει;
Η ΕΛΑΣ σημειώνει ότι το πρωτοσέλιδο δημοσίευμα του Βήματος της 20ης Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με το οποίο προσωπικά στοιχεία επικοινωνίας του Πρωθυπουργού, υπουργών, κρατικών αξιωματούχων, στρατιωτικών και στελεχών των Σωμάτων Ασφαλείας εμφανίζονται διαθέσιμα μέσω πλατφορμών εμπορίας δεδομένων, αναδεικνύει ένα σοβαρό ζήτημα που ξεπερνά την ιδιωτικότητα και αγγίζει την κυβερνοασφάλεια και, δυνητικά, την εθνική ασφάλεια.
Η δυνατότητα μαζικής συγκέντρωσης και συσχέτισης αριθμών τηλεφώνου, διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και άλλων δεδομένων προσώπων που κατέχουν κρίσιμες δημόσιες θέσεις μπορεί να αξιοποιηθεί για στοχευμένες ηλεκτρονικές απάτες, πλαστοπροσωπία και εξαπάτηση με χρήση προσωπικών πληροφοριών, καθώς και για άλλες μορφές κυβερνοεπίθεσης, επισημαίνεται στη σχετική ανακοίνωση του τομέα Ψηφιακής Πολιτικής του κόμματος.
Το δημοσίευμα αναδεικνύει επίσης το ευρύτερο πρόβλημα της μαζικής συλλογής και εμπορίας προσωπικών δεδομένων πολιτών από μεταπράτες δεδομένων, μέσω πλατφορμών που σε πολλές περιπτώσεις εδρεύουν εκτός ΕΕ, σημειώνει η ΕΛΑΣ.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας επισημαίνει ότι τα στοιχεία αυτά βρίσκονται εύκολα στο Διαδίκτυο, καθώς προέρχονται από ψηφιακά ίχνη, παραβιάσεις βάσεων δεδομένων αλλά και από μεταπράτες δεδομένων, οι οποίοι συγκεντρώνουν και εμπορεύονται προσωπικές πληροφορίες κινούμενοι, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, σε γκρίζα ζώνη. Η διαπίστωση αυτή, σημειώνει η ΕΛΑΣ, καθιστά ακόμη πιο επιτακτική τη θεσμική αντιμετώπιση του προβλήματος.
Αν τέτοια δεδομένα μπορούν να εντοπιστούν και να συσχετιστούν με τόση ευκολία, τότε το κρίσιμο ερώτημα είναι τι κάνει η Πολιτεία για να προλαμβάνει, να εντοπίζει και να αντιμετωπίζει αυτή την έκθεση.
Όταν προσωπικά δεδομένα μπορούν να συγκεντρώνονται, να συσχετίζονται και να διατίθενται με τέτοια ευκολία, το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος τα συλλέγει, από ποιες πηγές, πού τηρούνται, υπό ποια δικαιοδοσία και σε ποιους διατίθενται. Το ζήτημα αφορά ευρύτερα και την κυριαρχία επί των δεδομένων: ποιος έχει τον πραγματικό έλεγχό τους και υπό ποια νομική και τεχνολογική δικαιοδοσία αποθηκεύονται και υποβάλλονται σε επεξεργασία.
Η ΕΛΑΣ τονίζει ότι η κυβέρνηση και οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να δώσουν συγκεκριμένες απαντήσεις:
- Ποια εικόνα διαθέτουν σήμερα για τη συλλογή, την προέλευση, τη διακίνηση και την εμπορική διάθεση προσωπικών δεδομένων Ελλήνων πολιτών και πώς ελέγχεται στην πράξη η εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας;
- Υπάρχει συστηματικός μηχανισμός εντοπισμού της έκθεσης δεδομένων προσώπων που κατέχουν κρίσιμες δημόσιες θέσεις; Τι ακολουθεί όταν εντοπίζεται τέτοια έκθεση;
- Υπάρχουν ειδικά πρωτόκολλα προστασίας για κυβερνητικά στελέχη, στρατιωτικούς, στελέχη υπηρεσιών ασφαλείας και άλλα πρόσωπα των οποίων η ψηφιακή έκθεση μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους για κρίσιμες λειτουργίες του κράτους;
- Υπάρχει συγκεκριμένος μηχανισμός συντονισμού μεταξύ της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας, της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και των αρμόδιων υπηρεσιών ασφαλείας και ποιες ενέργειες έγιναν μετά τη γνωστοποίηση του συγκεκριμένου ζητήματος;
Η διαπίστωση ότι τα δεδομένα βρίσκονται εύκολα στο Διαδίκτυο δεν μπορεί να είναι το τέλος της συζήτησης. Πρέπει να είναι η αφετηρία της. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων και η ψηφιακή ανθεκτικότητα του κράτους απαιτούν πρόληψη, συστηματικό εντοπισμό της έκθεσης και άμεση αντιμετώπισή της.
![]()
