Η στεγαστική κρίση παραμένει έντονη στη χώρα, με το κόστος της κατοικίας να βαραίνει περισσότερο από κάθε άλλη δαπάνη τα νοικοκυριά. Την ίδια ώρα, δύο ευρωπαϊκά προγράμματα για τη στέγαση οδεύουν προς τη λήξη τους.
Ο Αύγουστος εξελίσσεται σε καθοριστικό μήνα για τη στεγαστική πολιτική, καθώς στο τέλος του λήγει η Ανακαίνιση Κατοικίας και το Σπίτι μου 2, δύο δράσεις που χρηματοδοτήθηκαν από ευρωπαϊκούς πόρους και έχουν συγκεντρώσει μεγάλο ενδιαφέρον από νοικοκυριά και ιδιοκτήτες ακινήτων.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, χιλιάδες πολίτες σπεύδουν είτε να εξασφαλίσουν επιδότηση για ανακαίνιση παλιών ακινήτων ώστε να γίνουν κατοικήσιμα, είτε να κατοχυρώσουν ευνοϊκή χρηματοδότηση για την απόκτηση κατοικίας.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η ανταπόκριση στα δύο προγράμματα είναι πολύ υψηλή. Έως έναν μήνα πριν από τη λήξη του Σπίτι μου 2 έχουν εγκριθεί πάνω από 15.000 στεγαστικά δάνεια, συνολικής αξίας άνω των 1,8 δισ. ευρώ.
Η απορρόφηση του διαθέσιμου προϋπολογισμού έχει φθάσει το 95%, δείχνοντας ότι το πρόγραμμα πλησιάζει στην εξάντληση των πόρων του πολύ πριν από την εκπνοή της προθεσμίας.
Την ίδια περίοδο, έντονη παραμένει και η κινητικότητα στο νέο πρόγραμμα Ανακαίνιση Κατοικίας, που στοχεύει στην αξιοποίηση του ανενεργού στεγαστικού αποθέματος και στην ενίσχυση της προσφοράς κατοικιών.
Μέχρι τα τέλη Ιουλίου, οι αιτήσεις για ένταξη ακινήτων είχαν ξεπεράσει τις 150.000 και, σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, τα ακίνητα που έχουν κριθεί επιλέξιμα ξεπερνούν τις 77.000.
Το ενδιαφέρον είναι αυξημένο, καθώς πρόκειται για το πρώτο και μοναδικό έως τώρα πιλοτικό πρόγραμμα πανευρωπαϊκά, το οποίο δεν επιδοτεί μόνο ενεργειακές παρεμβάσεις όπως αρκετά προηγούμενα, αλλά κυρίως ευρύτερες εργασίες ανακαίνισης, όπως πατώματα, κουζίνες, μπάνια και βαψίματα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το σκέλος των κλειστών κατοικιών. Για τα σπίτια που ήδη κατοικούνται, οι αιτήσεις επιδότησης ανακαίνισης ολοκληρώθηκαν στις 31 Ιουλίου, ενώ παράταση δόθηκε για τον Αύγουστο μόνο για κατοικίες που παρέμεναν επί χρόνια κλειστές.
Το μέτρο επιχειρεί να δώσει προβάδισμα στα ακίνητα που παραμένουν ανενεργά και αναξιοποίητα, ώστε να επιστρέψουν στην αγορά, είτε για ιδιοκατοίκηση είτε για μακροχρόνια μίσθωση.
Για τα κλειστά ακίνητα, το πλαίσιο είναι αυστηρότερο, καθώς προβλέπει πενταετή δέσμευση διάθεσης αποκλειστικά για μακροχρόνια ενοικίαση, κλειδωμένο ενοίκιο για τρία χρόνια και απαγόρευση χρήσης σε βραχυχρόνια μίσθωση.
Οι περιορισμοί αυτοί αποσκοπούν στην αύξηση της προσφοράς ακινήτων προς ενοικίαση. Παράλληλα, εξηγούν και το γεγονός ότι, παρά το δέλεαρ της επιδότησης μέσω ΕΣΠΑ που φτάνει έως τα 36.000 ευρώ ανά ακίνητο ή έως και το 95% για δαπάνες ανακαίνισης, σε συνδυασμό με φορολογικά κίνητρα και απαλλαγές για σπίτια που έμεναν κλειστά και θα δοθούν για πρώτη φορά ξανά σε μακροχρόνια μίσθωση, μόλις ένα στα 10 από τα ακίνητα που κρίθηκαν επιλέξιμα αφορούσε κλειστό σπίτι.
Με τη διεύρυνση των κριτηρίων ώστε να ενταχθούν περισσότερα ακίνητα, το ελάχιστο ποσοστό κυριότητας ή επικαρπίας για τα κλειστά ακίνητα μειώθηκε από 50% σε 20%, ενώ αυξήθηκαν και τα όρια κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος που είχαν αρχικά τεθεί, προκειμένου να αξιολογηθούν ως πραγματικά ανενεργές κατοικίες.
Πλέον, η Βεβαίωση Επιλεξιμότητας θα εκδίδεται μέσω της πλατφόρμας anakainisi.gov.gr, αποκλειστικά για κλειστά ακίνητα, με προθεσμία έως τις 31 Αυγούστου 2026.
Στο Σπίτι μου 2, η προθεσμία για τους ήδη εγκεκριμένους δικαιούχους λήγει επίσης στις 31 Αυγούστου, ώστε να υπογραφούν οι δανειακές συμβάσεις. Αν ολοκληρωθούν και οι τελικές υπογραφές, η μέχρι τώρα πορεία έγκρισης και εκταμίευσης δείχνει ότι η χρηματοδότηση των δικαιούχων νοικοκυριών θα αγγίξει ή και θα ξεπεράσει το 98% του διαθέσιμου προϋπολογισμού.
Το συγκεκριμένο μέτρο για τη στέγαση εντάχθηκε εκ των υστέρων στο Ταμείο Ανάκαμψης, έπειτα από αναθεώρηση του αρχικού προγράμματος, μετά το 2023 και τη στεγαστική κρίση σε Ελλάδα και Ευρώπη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, σχεδόν το 99% των δανείων που χορηγήθηκαν από το Σπίτι μου 2 διατέθηκε σε νοικοκυριά που, με βάση το τελευταίο εκκαθαριστικό, είχαν δηλώσει εισοδήματα έως 44.000 ευρώ. Ένας στους τρεις δικαιούχους εμφανίζει εισοδήματα άνω των 24.000 ευρώ, ενώ μόλις ένας στους δέκα δήλωνε εισόδημα μικρότερο από 12.000 ευρώ.
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
