Στεγαστική κρίση στην Ευρώπη το 2026: Η Ελλάδα ανάμεσα στις πιο ακριβές αγορές

Στεγαστική κρίση στην Ευρώπη το 2026: Η Ελλάδα ανάμεσα στις πιο ακριβές αγορές

Η στεγαστική κρίση στην Ευρώπη παραμένει οξυμένη και, σύμφωνα με την πρώτη έκθεση της ΕΕ για το ζήτημα, απαιτούνται 10 εκατομμύρια νέες κατοικίες.

Μεταρρυθμίσεις, επενδύσεις και καινοτομίες θεωρούνται αναγκαίες για να γίνει η στέγαση πιο προσιτή για τους νέους, τις οικογένειες και τους εργαζόμενους σε όλη την ήπειρο.

Η έλλειψη διαμερισμάτων στις μεγάλες πόλεις έχει ασκήσει έντονη πίεση στις κυβερνήσεις, που αναζητούν λύσεις για το πρόβλημα, το οποίο συνδέεται και με την άνοδο των ενοικίων.

Οι τιμές των κατοικιών στην Ευρώπη έχουν αυξηθεί κατά 60% και τα ενοίκια κατά 30% την τελευταία 15ετία, ενώ οι άδειες οικοδόμησης έχουν υποχωρήσει κατά 20%.

Η εικόνα αυτή συνθέτει μια διπλή κρίση, την οποία δεν έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει καμία ευρωπαϊκή χώρα.

Η Γερμανία είναι η χώρα με τον μεγαλύτερο αριθμό ενοικιαστών στην Ευρώπη. Τα ακριβότερα ενοίκια καταγράφονται στην Ελβετία, την Ισλανδία και το Λουξεμβούργο, ενώ η Ιρλανδία προηγείται μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση στο κόστος στέγασης.

Στην Ελλάδα, το πρόβλημα εμφανίζεται και στις δύο πλευρές. Οι ενοικιαστές αντιστοιχούν περίπου στο 30% έως 30,4% του πληθυσμού ή των νοικοκυριών, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, ενώ το κόστος στέγασης είναι το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος.

Τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν κατά μέσο όρο το 34,6% έως 36% του εισοδήματός τους για έξοδα σπιτιού, δηλαδή για ενοίκιο ή δόση, λογαριασμούς και συντήρηση, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 18,9%.

Σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία της Eurostat, για ένα διαμέρισμα με δύο κρεβατοκάμαρες σε καλή συνοικία των Βρυξελλών, όπου ζουν οι υπάλληλοι της ΕΕ, η μέση ζητούμενη τιμή είναι 1450 ευρώ με τιμές 2025. Με βάση τον πληθωρισμό, οι ειδικοί του ETUI υπολόγισαν ότι φέτος η τιμή φτάνει τα 1476 ευρώ.

Ο κατώτατος μισθός στις Βρυξέλλες είναι 2.112 ευρώ, δηλαδή σχεδόν το 70% του ενοικίου σε μια καλή περιοχή.

Στην Αθήνα, η τιμή για αντίστοιχο διαμέρισμα, νεόδμητο, ευάερο, ευήλιο και κυρίως σε καλή περιοχή, φτάνει τα 1500 ευρώ με βάση τους επίσημους υπολογισμούς της Eurostat. Με τον πληθωρισμό ενοικίων, η τιμή έχει ήδη ανέβει στα 1570 ευρώ.

Με κατώτατο μισθό στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, στα 1027 ευρώ σε 12μηνη βάση, το κόστος ενός τέτοιου διαμερίσματος αντιστοιχεί στο 153% του κατώτατου μισθού.

Σχεδόν τρεις στους δέκα Έλληνες, ποσοστό 28,9%, ζουν σε νοικοκυριά όπου τα έξοδα για το σπίτι ξεπερνούν το 40% των μηνιαίων εσόδων τους.

Το μέγεθος του προβλήματος γίνεται ακόμη πιο καθαρό αν συγκριθεί με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που περιορίζεται στο 19,2%.

Στην Ευρωζώνη, το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 8,2%, ενώ η εικόνα επιβαρύνεται ιδιαίτερα στα χαμηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια.

Η έρευνα του ινστιτούτου ETUI, για λογαριασμό της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ETUC), καταγράφει τη διαφορά ανάμεσα στους κατώτατους μισθούς και τα ενοίκια στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα είναι ότι η Αθήνα είναι αναλογικά ακριβότερη από τις Βρυξέλλες, το Βερολίνο, τη Μαδρίτη και το Παρίσι.

Τα στοιχεία του ETUI για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες προέρχονται από την ετήσια έρευνα ενοικίων της Eurostat. Η έρευνα χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του κόστους ζωής των διοικητικών υπαλλήλων των ευρωπαϊκών θεσμών, σε όλες τις πόλεις όπου διατηρεί γραφεία η ΕΕ, ώστε να υπάρχει ισότητα στις αμοιβές.

Η Γερμανία παραμένει η χώρα με τους περισσότερους ενοικιαστές στην Ευρώπη, κάτι που εντείνει το πρόβλημα.

Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δεσμεύτηκε να δημιουργήσει έναν κρατικό φορέα για την κατασκευή οικονομικά προσιτών κατοικιών.

Η πρωτοβουλία αυτή θα συνοδεύεται από νόμο που θα σταματά τα σχέδια της δημοτικής αρχής του Βερολίνου να μετατρέψει ορισμένα ιδιωτικά ακίνητα προς ενοικίαση, δεδομένου ότι στη Γερμανία μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες διαχειρίζονται χιλιάδες κατοικίες, σε δημόσιες κατοικίες.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση υποστηρίζει ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να ανακόψει την ιδιωτική κατασκευή, ενώ παραμένουν αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα των προτεινόμενων μέτρων.

Η κατασκευή νέων κατοικιών στη Γερμανία έχει σταματήσει εδώ και χρόνια.

Σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία, το 2025 κατασκευάστηκαν 206.600 κατοικίες, 45.000 λιγότερες από το προηγούμενο έτος και οι χαμηλότερες από το 2012.

Φέτος ο αριθμός αυτός αναμένεται να πέσει ακόμη περισσότερο στις 185.000, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα από το Ινστιτούτο Ifo. Η έλλειψη αυτή, μαζί με την αύξηση του πληθυσμού στις μεγάλες πόλεις, έχει οδηγήσει σε άνοδο των ενοικίων.

Σε αυτό προστίθεται ο πόλεμος με το Ιράν, που έχει αυξήσει το κόστος κατασκευής και τα επιτόκια, ανεβάζοντας το κόστος δανεισμού.

Πηγή περιεχομένου: in.gr

Loading

Play