Με τις τοποθετήσεις των εισηγητών και των ειδικών αγορητών των κομμάτων άνοιξε στην Ολομέλεια η συζήτηση του νομοσχεδίου του υπουργείου Δικαιοσύνης για τις SLAPP αγωγές και το νέο πλαίσιο συμμόρφωσης της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις. Το σχέδιο νόμου αφορά μέτρα προστασίας από στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού, σύμφωνα με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069.
Η εισηγήτρια της ΝΔ Άννα Μάνη-Παπαδημητρίου υπερασπίστηκε τις διατάξεις και ζήτησε την υπερψήφιση του νομοσχεδίου, σημειώνοντας ότι η πλειοψηφία των εκπροσώπων των φορέων τοποθετήθηκε θετικά στις κατευθύνσεις του και ότι πολλά από τα σχόλια και τις προτάσεις που κατατέθηκαν κατά την επεξεργασία του υιοθετήθηκαν. Απευθυνόμενη στην αντιπολίτευση, έθεσε το ερώτημα πώς μπορεί να αρνηθεί την ενσωμάτωση της Οδηγίας για τις SLAPP’s αγωγές, την ενίσχυση του πλαισίου για τη συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις, τις προσλήψεις πολυτέκνων σε θέσεις δικαστικών υπαλλήλων, τις ρυθμίσεις για τα ακίνητα με χαρακτηρισμό «αγνώστου ιδιοκτήτη» και τον εκσυγχρονισμό του πλαισίου για τους δικαστικούς επιμελητές. Το νομοσχέδιο αυτό, είπε, είναι η απάντηση στους φορείς και στους πολίτες που περιμένουν συγκεκριμένες λύσεις.
Η εισηγήτρια του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ Ευαγγελία Λιακούλη υποστήριξε ότι η κυβέρνηση αναγκάστηκε να ενσωματώσει την Ευρωπαϊκή Οδηγία για τις SLAPP αγωγές λόγω του κοινοβουλευτικού ελέγχου που είχε ασκήσει το κόμμα τον Φεβρουάριο, με αίτημα την άμεση ενσωμάτωσή της. Ανέφερε ότι το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ θα ψηφίσει τις σχετικές διατάξεις, αλλά τόνισε πως κρίσιμο ζήτημα είναι ο τρόπος ενσωμάτωσης της Οδηγίας, ειδικά οι μεταβατικές διατάξεις, η μέριμνα ώστε να μη μεταφέρεται το βάρος απόδειξης στο θύμα της αγωγής και η δημιουργία ενιαίου σημείου ενημέρωσης και υποστήριξης των θυμάτων. Για το Β’ Κεφάλαιο, που αφορά τη συμμόρφωση της διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις, επισήμανε ότι το θεσμικό πλαίσιο πρέπει να εκσυγχρονιστεί, ιδίως μετά τις καταδίκες της χώρας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά πρόσθεσε πως οι κυβερνητικές εξαγγελίες περί συμμόρφωσης «ηχούν τουλάχιστον υποκριτικές» όταν η ΕΥΠ, της οποίας προΐσταται ο πρωθυπουργός, αρνείται να συμμορφωθεί με την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για την ενημέρωση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη, σχετικά με τους λόγους της παρακολούθησής του.
Η εισηγήτρια της μειοψηφίας διαφώνησε με το «χρηματικό φίλτρο» για τη δυνατότητα άσκησης αναίρεσης στον Άρειο Πάγο. Για τον επαναπροσδιορισμό των ανακοπών, σημείωσε ότι η κυβέρνηση ενδιαφέρεται για την εκκαθάριση των πινάκων, αδιαφορώντας για το ρίσκο και τις συνέπειες που μεταφέρονται στους πολίτες και στους δικηγόρους. Επέκρινε επίσης τη ρύθμιση που παρατείνει τις θητείες των συμβουλίων διοίκησης των δικαστηρίων και των διευθυνόντων τις εισαγγελίες, ενώ χαρακτήρισε φωτογραφική τη διάταξη για τους συμβολαιογράφους σχετικά με τη δημοσίευση διαθηκών, με στόχο, όπως είπε, να καμφθούν οι συμβολαιογράφοι από την αποχή τους.
Άσκησε ακόμη κριτική στις διατάξεις για την κτηνιατροδικαστική υπηρεσία, λέγοντας πως δεν είναι σαφές πώς θα συντάσσονται οι σχετικές εκθέσεις όταν δεν υπάρχουν εργαστήρια, υποδομές και αρμόδια τμήματα.
Αναφορικά με την υπουργική τροπολογία για την αλλαγή των προϋποθέσεων υφ’ όρων απόλυσης των καταδικασθέντων, υποστήριξε ότι πρόκειται για «τροπολογία-φωτογραφία για τον Γιωτόπουλο ίσως και για τον Κουφοντίνα» και ότι η κυβέρνηση την έφερε «μέσα στη νύχτα». Μίλησε για μεγάλο νομικό ζήτημα ως προς το πώς θα εφαρμοστεί μια δυσμενέστερη διάταξη σε αναδρομική ποινή, επισημαίνοντας πως επρόκειτο για θέμα που θα έπρεπε να συζητηθεί στη Βουλή, χωρίς να κατατεθεί χωρίς διαβούλευση. Κλείνοντας, τόνισε ότι αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο νομοθετεί η κυβέρνηση και γι’ αυτό, όπως είπε, χρειάζεται δημοκρατική ανατροπή και πολιτική αλλαγή.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η ενσωμάτωση της Οδηγίας για τις SLAPP’s αγωγές έγινε μετά την πίεση του κοινοβουλευτικού ελέγχου που είχε καταθέσει το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ τον Φεβρουάριο. Κατέθεσε στα Πρακτικά το ΦΕΚ σύστασης της σχετικής νομοτεχνικής επιτροπής για την επεξεργασία της και την εισαγωγή της στο εθνικό δίκαιο, με ημερομηνία τον Ιανουάριο 2026.
Η αγορήτρια του ΚΚΕ Μαρία Κομνηνάκα δήλωσε ότι το κόμμα θα καταψηφίσει επί της αρχής το σχέδιο νόμου, το οποίο χαρακτήρισε «συνονθύλευμα». Υποστήριξε ότι η κυβέρνηση εμφανίζεται προσχηματικά ευαίσθητη στην προστασία όσων φέρνουν στο φως υποθέσεις δημόσιου ενδιαφέροντος και βρίσκονται αντιμέτωποι με καταχρηστικές και εκδικητικές αγωγές από μεγάλα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα που επιχειρούν να τους φιμώσουν. Ανέφερε ότι η δικαιοσύνη μετατρέπεται σε θεματοφύλακα του άδικου αστικού συστήματος της εκμετάλλευσης και σημείωσε πως οι διατάξεις του νομοσχεδίου συνιστούν μια επίφαση προστασίας, ανεπαρκή για το πρόβλημα. Για το Β’ Μέρος, που αφορά το πλέγμα ρυθμίσεων για την εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων από τη Διοίκηση, είπε ότι αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της επιλεκτικής ανικανότητας του αστικού κράτους, καθώς η συμμόρφωση δεν αφορά όλες τις υποθέσεις. Παράλληλα, χαρακτήρισε απαράδεκτο τον περιορισμό του δικαιώματος αναίρεσης στις αποφάσεις με ποσό κάτω των 20.000 ευρώ και επικίνδυνη την «εμβαλωματική» λύση της ανάθεσης κτηνιατροδικαστικών πράξεων στις ιατροδικαστικές υπηρεσίες.
Ο αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ Γιώργος Παπαηλιού υποστήριξε ότι το σχέδιο νόμου, παρά τον επικοινωνιακό του τίτλο, είναι στην πραγματικότητα ένα πολυνομοσχέδιο ετερόκλητων διατάξεων που επιχειρούν να περάσουν χωρίς τον αναγκαίο διάλογο. Χαρακτήρισε αντισυνταγματική τη διάταξη για την παράταση από δύο σε τρία χρόνια της θητείας των Τριμερών Συμβουλίων Διοίκησης, λέγοντας ότι έτσι καταργείται το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων, ενώ εκτίμησε πως η παράταση της έναρξης ισχύος του νέου δικαστικού χάρτη αποδεικνύει την αποτυχία του.
Διαφώνησε επίσης με το φίλτρο του οικονομικού ύψους της απαίτησης που τίθεται για το δικαίωμα άσκησης αναίρεσης στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, σημειώνοντας ότι θίγεται το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη για όλους. Για τις SLAPP’s αγωγές είπε ότι η προστασία απέναντι στις καταχρηστικές αγωγές είναι αναγκαία, καθώς η οικονομική ισχύς δεν μπορεί να μετατρέπεται σε όπλο φίμωσης και η απειλή μιας πολύχρονης και δαπανηρής δικαστικής διαδικασίας δεν μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός σιωπής. Πρόσθεσε ότι έτσι η τυπική ελευθερία έκφρασης μένει στα χαρτιά, ενώ στην πράξη περιορίζεται η προστασία από τις αγωγές, υπογραμμίζοντας ότι χρειάζεται προσοχή ώστε να συνυπάρχουν η δημόσια συμμετοχή και η προστασία της προσωπικότητας, της τιμής και της υπόληψης κάθε ανθρώπου.
Για τις διατάξεις που αφορούν τη συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις επισήμανε ότι η υποχρέωση αυτή δεν είναι απλή διοικητική διαδικασία. Τόνισε, όμως, ότι η αποτελεσματική συμμόρφωση δεν επιτυγχάνεται μόνο με νέες διαδικαστικές ρυθμίσεις, αλλά απαιτεί αλλαγή νοοτροπίας, μια κυβέρνηση που να αντιλαμβάνεται πως οι δικαστικές αποφάσεις δεν είναι εμπόδιο στη λειτουργία της, αλλά εγγύηση νομιμότητας, καθώς και μηχανισμούς ελέγχου και τα μέσα για την υλοποίησή τους, όχι υποστελέχωση υπηρεσιών.
Ο αγορητής της Ελληνικής Λύσης Βασίλης Γραμμένος ανέφερε ότι θα καταψηφίσει το νομοσχέδιο, υποστηρίζοντας πως η χώρα χρειάζεται πραγματική μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης και όχι ακόμη ένα πολυνομοσχέδιο που συσσωρεύει προβλήματα. Τόνισε ότι η προστασία της ελευθερίας της έκφρασης, της ιδιοκτησίας, της ασφάλειας δικαίου και των συνταγματικών δικαιωμάτων απαιτεί σοβαρότητα, συνέπεια και διαρκή θεσμικό σεβασμό. Αναγνώρισε ότι το ζήτημα των στρατηγικών αγωγών είναι υπαρκτό και σοβαρό, αλλά σημείωσε πως οι διατάξεις του νομοσχεδίου δεν ισορροπούν τα δικαιώματα και δεν επιλύουν το πρόβλημα των καθυστερήσεων στην εκδίκαση των υποθέσεων.
Στη συνέχεια ανέφερε ότι η προσπάθεια ενίσχυσης της συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις είναι θετική, όμως και εκεί γεννώνται εύλογα ερωτήματα. Διαφώνησε με το φίλτρο για το δικαίωμα άσκησης αναίρεσης στον Άρειο Πάγο με βάση το ύψος του οικονομικού αντικειμένου της διαφοράς, λέγοντας ότι η αξία μιας υπόθεσης δεν μετριέται μόνο σε ευρώ αλλά και στη σημασία της για την ασφάλεια δικαίου. Πρόσθεσε ότι το πρόβλημα με τους συμβολαιογράφους δεν λύνεται με νομοθετικές επιβολές, ενώ για την επέκταση της θητείας των διοικήσεων των δικαστηρίων είπε πως δεν πρόκειται για αθώα οργανωτική μεταβολή. Για την παράταση ισχύος του νέου δικαστικού χάρτη σημείωσε ότι συνιστά παραδοχή της μεταρρύθμισης που σχεδίασε η κυβέρνηση.
Ο αγορητής της Νίκης Γιώργος Ρούντας δήλωσε ότι η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος θα καταψηφίσει επί της αρχής το νομοσχέδιο, αλλά θα υπερψηφίσει τις διατάξεις με τις οποίες συμφωνεί. Υποστήριξε ότι το νομοσχέδιο τέθηκε σε προσχηματική διαβούλευση και χαρακτήρισε τη δομή του ετερόκλητη και «αχταρμά», με ψευδεπίγραφο τίτλο. Για τις διατάξεις που αφορούν την Οδηγία, είπε ότι περιγράφουν θετικούς στόχους επί της αρχής, αλλά οι κυρώσεις δεν είναι αποτρεπτικές όπως ζητά η Οδηγία, κάνοντας λόγο για «χάδι». Επισήμανε ακόμη ότι η προθεσμία των 30 ημερών για προσφυγή είναι ασφυκτική, δεν προβλέπεται το μαχητό, και αν απορριφθεί η πρώιμη προσφυγή θα υπάρχει πλήρης γνώση της στρατηγικής του εναγόμενου. Πρόσθεσε ότι δεν προβλέπονται δομές δωρεάν νομικής και ψυχολογικής υποστήριξης των θυμάτων, ούτε μεταβατικές διατάξεις για τις εκκρεμείς υποθέσεις.
Για το πλαίσιο ρυθμίσεων σχετικά με τη συμμόρφωση της Διοίκησης με δικαστικές αποφάσεις είπε ότι εισάγονται διατάξεις αντίθετες με συνταγματικές πρόνοιες, ενώ υπάρχουν και απαράδεκτες ρυθμίσεις. Ο ίδιος χαρακτήρισε φωτογραφική και αυθαίρετη την παράταση των θητειών των δικαστηρίων, διαφώνησε με την προδημοσίευση των αποφάσεων για το ΣτΕ και με τον τρόπο που τίθεται το φίλτρο για τις αναιρέσεις στον Άρειο Πάγο, ενώ επέκρινε επίσης τις διατάξεις για τις ιατροδικαστικές εξετάσεις, τις αλλαγές στην απαρτία των συμβολαιογράφων και τη θέσπιση ηλεκτρονικού βιβλίου επιδόσεων για τους δικαστικούς επιμελητές.
Η αγορήτρια της Πλεύσης Ελευθερίας Έλλη Ρούσσου δήλωσε ότι θα καταψηφίσει το νομοσχέδιο. Για τις διατάξεις σχετικά με τις SLAPP’s αγωγές ανέφερε ότι είναι ατελείς και προβληματικές, με βάση την αντίληψη της κυβέρνησης, την οποία κατηγόρησε ότι μετέρχεται SLAPP’s πρακτικές κατά πολιτικών της αντιπάλων, όπως της προέδρου της Πλεύσης Ελευθερίας. Πρόσθεσε ότι η ενσωμάτωση της Οδηγίας είναι αυτονόητη, όμως το πλέγμα που δημιουργείται δεν διαμορφώνει διαδικασίες ώστε ο πολίτης να μπορεί γρήγορα και σύντομα να απαλλαγεί από τέτοιες μεθόδους εκφοβισμού.
Υποστήριξε επίσης ότι δεν προβλέπονται κυρώσεις ικανές να αποθαρρύνουν τέτοιες αγωγές και δεν εξουδετερώνεται το βασικό χαρακτηριστικό των SLAPP’s. Κατά την ίδια, θα έπρεπε να υπάρχει ανάλογη προστασία και για τις ποινικές εγκλήσεις εκφοβισμού, κάτι που η Οδηγία μπορεί να μην προβλέπει αλλά, όπως είπε, δεν στερεί το δικαίωμα στον εθνικό νομοθέτη να το συμπεριλάβει. Η αγορήτρια της Πλεύσης Ελευθερίας διατύπωσε σειρά προτάσεων για την ουσιαστική προστασία από τις στρατηγικές καταχρηστικές αγωγές και διαφώνησε έντονα με το οικονομικό φίλτρο για το δικαίωμα αναίρεσης στον Άρειο Πάγο, το οποίο χαρακτήρισε εξαιρετικά προβληματικό από θεσμική και δικονομική άποψη.
![]()
