Η βόρεια Ελλάδα εξελίσσεται σε χρυσωρυχείο πρώτων υλών, με την αξία των ορυκτών και μετάλλων να εκτιμάται σε 18-20 δισ. ευρώ, όπως ανέφερε η γενική γραμματέας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών, Δέσποινα Παληαρούτα, κατά τη διαδικτυακή της ομιλία στην ημερίδα της voria.gr. Η συζήτηση για τον ορυκτό πλούτο δεν περιορίζεται σε έναν μόνο κλάδο, αλλά αποτελεί στρατηγικό πυλώνα ανάπτυξης που επηρεάζει τη βιομηχανία, τις υποδομές και την ενεργειακή μετάβαση.
Στη Χαλκιδική, τα κοιτάσματα χαλκού και χρυσού στις Σκουριές και την Ολυμπιάδα τοποθετούν την περιοχή ανάμεσα στους κύριους μεταλλευτικούς πυρήνες της χώρας. Στη Θράκη, έργα όπως το Πέραμα Έβρου και οι Σάπες Ροδόπης προσελκύουν επενδυτικό ενδιαφέρον. Επιπλέον, η Αλεξανδρούπολη διαθέτει κρίσιμα μέταλλα υψηλής στρατηγικής αξίας, όπως το ρήνιο, που είναι σημαντικό για σύγχρονες βιομηχανικές εφαρμογές.
Η σημασία των ορυκτών πρώτων υλών ενισχύεται στην πράσινη μετάβαση και την ψηφιακή οικονομία. Χωρίς πρώτες ύλες δεν μπορεί να υπάρξει ενεργειακή μετάβαση, τόνισε η Παληαρούτα, αναφερόμενη στη σημασία του χαλκού και του γερμανίου σε κρίσιμες τεχνολογίες. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η βόρεια Ελλάδα μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην αλυσίδα εφοδιασμού.
Η σύγχρονη προσέγγιση στην εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου βασίζεται σε τρεις αρχές: βιωσιμότητα, διαφάνεια και κοινωνική αποδοχή. Η συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών είναι κρίσιμη για την επιτυχία κάθε επένδυσης, ενώ η πολιτεία προγραμματίζει τη δημιουργία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος για επενδύσεις.
Η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου αναμένεται να έχει θετικό τοπικό αποτύπωμα, ενισχύοντας την απασχόληση και την τοπική οικονομία. Οι περιοχές όπως η Χαλκιδική και η Θράκη μπορούν να συνδυάσουν την εκμετάλλευση φυσικών πόρων με την περιφερειακή ανάπτυξη.
![]()

