Η τεχνολογία άλλαξε ριζικά την καθημερινότητα, όμως η ανάγκη μας για η κίνηση παραμένει ίδια, τονίζει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο ομότιμος καθηγητής Εργοφυσιολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Γιάννης Κουτεντάκης. Όπως σημειώνει, η ανθρώπινη βιολογία διαμορφώθηκε σε συνθήκες συστηματικής κίνησης, αλλά σήμερα ζει σε ένα περιβάλλον που συχνά μας ενθαρρύνει να μένουμε ακίνητοι.
(Φωτογραφία του κ. Κουτεντάκη για : Απεικονίζεται ο ίδιος)
Σύμφωνα με τον ίδιο, μέσα σε χιλιάδες χρόνια από τις πρώτες οργανωμένες κοινωνίες έως σήμερα, η ανθρώπινη βιολογία δεν πρόλαβε να αλλάξει δραματικά. Αυτό που μεταβλήθηκε με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα είναι το περιβάλλον, μέσα στο οποίο καλείται να λειτουργήσει, δημιουργώντας την «εξελικτική ασυμβατότητα» ανάμεσα στα βιολογικά μας χαρακτηριστικά και στον σύγχρονο τρόπο ζωής.
Κανένα παράδειγμα, λέει, δεν είναι πιο χαρακτηριστικό από τη σωματική δραστηριότητα. Το αυτοκίνητο αντικατέστησε το περπάτημα, ο ανελκυστήρας τη σκάλα, η μηχανή τη μυϊκή εργασία και η οθόνη μεγάλο μέρος του ενεργού ελεύθερου χρόνου, με αποτέλεσμα η σωματική προσπάθεια να έχει αφαιρεθεί σταδιακά από την καθημερινότητα.
Ο άνθρωπος εξελίχθηκε σε ένα περιβάλλον όπου η κίνηση δεν ήταν επιλογή, χόμπι ή δραστηριότητα ελεύθερου χρόνου, αλλά προϋπόθεση επιβίωσης. Για να βρει τροφή, νερό και καταφύγιο, να μετακινηθεί και να προστατευθεί, έπρεπε να περπατά, να τρέχει, να σηκώνει, να μεταφέρει και να σκαρφαλώνει. Το ανθρώπινο σώμα εξελίχθηκε μέσα από την κίνηση, γιατί έπρεπε να κινηθείς για να ζήσεις.
Όταν η κίνηση παύει να είναι αναγκαία
Η αλλαγή αυτή αποτυπώνεται και σε αριθμούς. Σε τέσσερις δεκαετίες, από το 1960 έως το 2000, το περπάτημα ως κύριο μέσο μετάβασης των Αμερικανών στην εργασία μειώθηκε κατά περίπου 72%, επισημαίνει ο ομότιμος καθηγητής. Και στην Ελλάδα, με περίπου ένα επιβατικό αυτοκίνητο ανά 1,7 κατοίκους, το περπάτημα έχει σχεδόν γίνει επιλογή, παρότι παραμένει μία από τις πιο βασικές μορφές ανθρώπινης κίνησης.
Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι μόνο ότι περπατάμε λιγότερο. Είναι ότι το περπάτημα έπαψε να είναι αναγκαίο μέρος της καθημερινής ζωής. Δεν αστικοποιήθηκε η ανθρώπινη βιολογία· αστικοποιήθηκε το περιβάλλον μέσα στο οποίο καλείται να λειτουργήσει, λέει ο κ. Κουτεντάκης, δίνοντας έτσι το πλαίσιο για τη σύγχρονη πραγματικότητα.
«Στη σύγχρονη ζωή διαπιστώνουμε ένα παράδοξο: αφαιρούμε συστηματικά τη σωματική προσπάθεια από την καθημερινότητά μας και στη συνέχεια δημιουργούμε ειδικούς χώρους, ειδικό χρόνο και ειδικά προγράμματα για να επαναφέρουμε την κίνηση που χάσαμε.
Αυτή η πραγματικότητα βρίσκεται πίσω από την έννοια του Συνδρόμου Ανεπαρκούς Άσκησης: μια κατάσταση στην οποία ο ανθρώπινος οργανισμός δέχεται λιγότερη σωματική δραστηριότητα από εκείνη που χρειάζεται για να διατηρεί τη φυσιολογική λειτουργία και την ανθεκτικότητά του. Ο μυς που δεν χρησιμοποιείται ατροφεί, η καρδιοαναπνευστική ικανότητα μειώνεται, η ευαισθησία στην ινσουλίνη επιδεινώνεται, η μυϊκή και οστική μάζα υποχωρούν και η λειτουργική ικανότητα περιορίζεται.
Τίθεται επομένως το ερώτημα: «Είναι η άσκηση κάτι που προσθέτουμε στη ζωή μας για να βελτιώσουμε την υγεία μας ή είναι η κίνηση η φυσιολογική κατάσταση του ανθρώπου και η χρόνια απουσία της εκείνη που δημιουργεί το πρόβλημα;».
Από την υγεία στην οικονομία και την ανθεκτικότητα
Οι συνέπειες, ωστόσο, δεν περιορίζονται στην ατομική υγεία, υπογραμμίζει ο κ. Κουτεντάκης. Η ανεπαρκής σωματική δραστηριότητα συνδέεται με αυξημένο φορτίο καρδιαγγειακών νοσημάτων, διαβήτη τύπου 2, ορισμένων μορφών καρκίνου και άλλων χρόνιων παθήσεων, που μεταφράζονται σε νοσηλείες, φάρμακα, μακροχρόνια φροντίδα, απουσίες από την εργασία και απώλεια παραγωγικότητας.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υπολογιστεί ότι, αν όλοι έφταναν τα συνιστώμενα 150 λεπτά μέτριας έντασης σωματικής δραστηριότητας την εβδομάδα, θα μπορούσαν να εξοικονομούνται περίπου 8 δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο σε δαπάνες υγείας. Γι’ αυτό, όπως λέει, η επένδυση στη σωματική δραστηριότητα δεν είναι μόνο ζήτημα δημόσιας υγείας, αλλά και επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο μιας χώρας.
Υπάρχει, προσθέτει, και η διάσταση της κοινωνικής ανθεκτικότητας. Μια κοινωνία δεν είναι πραγματικά ανθεκτική μόνο επειδή έχει ισχυρή οικονομία και αποτελεσματικές υπηρεσίες, αλλά και όταν διαθέτει λειτουργικά ικανούς πολίτες. Ένας υγιής, ανεξάρτητος και σωματικά ικανός πληθυσμός μπορεί να ανταποκριθεί καλύτερα σε καύσωνες, φυσικές καταστροφές ή άλλες κρίσεις από έναν πληθυσμό με υψηλή νοσηρότητα, χαμηλή φυσική κατάσταση και αυξημένη λειτουργική εξάρτηση. Μέσα από αυτή τη λογική, η οργανωμένη σωματική δραστηριότητα μπορεί να ιδωθεί ως μέρος της προληπτικής υποδομής μιας ανθεκτικής κοινωνίας. Ο ίδιος σημειώνει, επίσης, τη κοινωνική διάσταση της κίνησης: το περπάτημα, τα μονοπάτια, οι πλατείες, ο αθλητισμός και οι ομαδικές δραστηριότητες φέρνουν συναντήσεις, κοινωνικοποιούν τα παιδιά, κρατούν ενεργούς και ορατούς τους ηλικιωμένους και δημιουργούν σχέσεις, συνεργασία και κοινή ταυτότητα.
Επανασυνδέοντας την ανθρώπινη βιολογία με τον σύγχρονο τρόπο ζωής
«Για πολλά χρόνια λέγαμε στον πολίτη: “Πρέπει να ασκείσαι περισσότερο”. Η συμβουλή είναι σωστή, αλλά δεν αρκεί.
Δεν μπορούμε να χτίζουμε πόλεις που απαιτούν αυτοκίνητο για κάθε μετακίνηση, χώρους εργασίας που καθηλώνουν τον άνθρωπο σε μια καρέκλα, σχολεία όπου τα παιδιά κάθονται το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας και ψηφιακά περιβάλλοντα που μας κρατούν διαρκώς μπροστά σε μια οθόνη — και μετά να πιστεύουμε ότι το πρόβλημα λύνεται απλώς λέγοντας: “Πήγαινε στο γυμναστήριο”. Για να καταλήξει τονίζοντας:
«Εάν αφαιρέσαμε την κίνηση από την καθημερινότητα, πρέπει συνειδητά να την επαναφέρουμε. Αυτό σημαίνει σχολεία και πανεπιστήμια που ενθαρρύνουν την ενεργό ζωή, χώρους εργασίας που περιορίζουν την παρατεταμένη καθιστική συμπεριφορά, ασφαλείς δημόσιους χώρους, πρόσβαση στη φύση και στρατηγικές ενεργού γήρανσης. Σημαίνει επίσης να μιλάμε όχι μόνο για “έξυπνες πόλεις”, αλλά και για “ενεργές πόλεις”. Γιατί μια πραγματικά έξυπνη πόλη είναι εκείνη που χρησιμοποιεί την τεχνολογία χωρίς να καταργεί τον άνθρωπο ως βιολογικό ον.
Η λέξη-κλειδί, τελικά, είναι επανασύνδεση. Δεν πρόκειται για επιστροφή στη ζωή του κυνηγού-τροφοσυλλέκτη, ούτε για απόρριψη της τεχνολογίας. Πρόκειται για την αναγνώριση ενός απλού βιολογικού γεγονότος: ότι το σώμα μας εξακολουθεί να έχει ανάγκη την κίνηση και ότι η βασική του βιολογία παραμένει ουσιαστικά προσαρμοσμένη σε έναν πολύ πιο δραστήριο τρόπο ζωής από τον σημερινό.
Δεν χρειάζεται, συνεπώς, να επιστρέψουμε στο παρελθόν. Χρειάζεται να σχεδιάσουμε καλύτερα το μέλλον: να επαναφέρουμε την κίνηση στη ζωή, τη ζωή στη φύση και τους ανθρώπους πιο κοντά τον έναν στον άλλον».
Αποστόλης Ζώης
ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ
![]()
