Ανατρεπτικός χάρτης του ιστού του μαστού αποκαλύπτει τη σύνδεση με την εμμηνόπαυση και τον καρκίνο

Ανατρεπτικός χάρτης του ιστού του μαστού αποκαλύπτει τη σύνδεση με την εμμηνόπαυση και τον καρκίνο

 Επιστήμονες δημιούργησαν έναν ανατρεπτικό χάρτη του μαστού, που περιλαμβάνει περισσότερα από τρία εκατομμύρια κύτταρα, αποκαλύπτοντας πώς οι αλλαγές στον ιστό του μαστού με την εμμηνόπαυση μπορούν να επηρεάσουν την εμφάνιση καρκίνου.

   Η μελέτη, που δημοσιεύεται στο περιοδικό Nature Aging, δείχνει ότι καθώς οι γυναίκες μεγαλώνουν, ο αριθμός των κυττάρων στον ιστό του μαστού μειώνεται, οι κυτταρικές διαίρεσεις γίνονται λιγότερες και η δομή του ιστού μεταβάλλεται. Αυτές οι αλλαγές δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου τα καρκινικά κύτταρα μπορούν να ευδοκιμήσουν.

   Ο καρκίνος του μαστού είναι η πιο κοινή μορφή καρκίνου στις γυναίκες, με το 15% των νέων κρουσμάτων να αφορά γυναίκες άνω των 50 ετών. Ωστόσο, οι λόγοι και οι χρονισμοί εμφάνισης του καρκίνου παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ασαφείς.

   Η ερευνητική ομάδα, αποτελούμενη από επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ και της Βρετανικής Κολομβίας, χρησιμοποίησε προηγμένες τεχνικές απεικόνισης για να αναλύσει δείγματα ιστού από πάνω από 500 γυναίκες ηλικίας 15 έως 86 ετών, συμπεριλαμβανομένων βιοψιών για μη καρκινικούς λόγους.

   Συνδυάζοντας δεδομένα σχετικά με τους ορμονικούς υποδοχείς και τα ανοσοκύτταρα, οι ερευνητές μπόρεσαν να χαρτογραφήσουν με πρωτοφανή λεπτομέρεια τις αλλαγές στον ιστό του μαστού με την πάροδο του χρόνου. Τα ευρήματα υποδεικνύουν γιατί ο κίνδυνος καρκίνου του μαστού αυξάνεται με την ηλικία και πώς οι όγκοι στις νεότερες γυναίκες διαφέρουν βιολογικά.

   Όπως διαπιστώθηκε, οι αλλαγές στον ιστό του μαστού είναι πιο δραματικές κατά την εμμηνόπαυση, με όλους τους τύπους κυττάρων να λιγοστεύουν και οι δομές που παράγουν γάλα να συρρικνώνονται ή να εξαφανίζονται. Την ίδια στιγμή, οι αλλαγές στο ανοσοποιητικό περιβάλλον οδηγούν σε λιγότερα προστατευτικά κύτταρα, γεγονός που ενδέχεται να διευκολύνει την ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων.

   Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση: https://www.nature.com/articles/s43587-026-01104-3

Loading

Play