Τόμι Λι Τζόουνς: Η μεγάλη διαδρομή, το Όσκαρ και η οικογενειακή τραγωδία

Τόμι Λι Τζόουνς: Η μεγάλη διαδρομή, το Όσκαρ και η οικογενειακή τραγωδία

Ο Τόμι Λι Τζόουνς πέρασε από ρόλους καρατερίστα και σκοτεινών χαρακτήρων στην κορυφή του Χόλιγουντ, χτίζοντας μια πορεία που τον ανέδειξε σε πρωταγωνιστή με σεβασμό από συναδέλφους και σκηνοθέτες. Την ίδια στιγμή, ο Τόμι Λι Τζόουνς έζησε και μια βαριά προσωπική απώλεια, που σκίασε τη λαμπρή καριέρα του.

Με πρόσωπο που δύσκολα ταίριαζε στα πρότυπα του Χόλιγουντ και με ρυτίδες χαραγμένες από νωρίς, ο Αμερικανός ηθοποιός, με ινδιάνικες ρίζες, κατάφερε να ξεφύγει από την τυποποίηση. Στηρίχθηκε στο ταλέντο του, στη δωρική υποκριτική του, στην εσωτερική εκφραστικότητα και στη ρεαλιστική του προσέγγιση, ενώ παράλληλα έδειξε την ευφυΐα του με τις γνώσεις του στη λογοτεχνία και την εμπειρία που απέκτησε δουλεύοντας σκληρά στο θεατρικό σανίδι.

Χρειάστηκε, πάντως, αρκετός χρόνος μέχρι να γίνει ευρύτερα γνωστός, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν ο Όλιβερ Στόουν του έδωσε την ευκαιρία στο «JFK, η Ιστορία που Χαράχτηκε στη Μνήμη μας», κίνηση που του χάρισε την πρώτη υποψηφιότητα για Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου. Αμέσως μετά, ο Άντριου Ντέιβις τον έβαλε στο πλευρό του Χάρισον Φορντ στον «Φυγά», όπου οδήγησε τελικά στην κατάκτηση του Όσκαρ και άνοιξε τον δρόμο για ακόμη πιο πρωταγωνιστικούς ρόλους, αποδεικνύοντας ότι είναι και εξαιρετικός σκηνοθέτης.

Σε δύο ημέρες συμπληρώνει τα 80 του χρόνια, όμως δεν πρόκειται να τα γιορτάσει, καθώς την Πρωτοχρονιά του τρέχοντος έτους πληροφορήθηκε τον ξαφνικό θάνατο της κόρης του, Βικτόριας, από τον δεύτερο γάμο του. Η νεαρή ηθοποιός, που αντιμετώπιζε σοβαρά χρόνια προβλήματα με τα ναρκωτικά, άφησε την τελευταία της πνοή σε πολυτελές ξενοδοχείο του Σαν Φρανσίσκο, από υπερβολική δόση κοκαΐνης.

Ο Τόμι Λι Τζόουνς γεννήθηκε στο Σαν Σάμπα του Τέξας, στις 15 Σεπτεμβρίου 1946, από μητέρα αστυνομικό και δασκάλα και πατέρα καουμπόι και εργάτη πετρελαίου. Με καταγωγή Τσερόκι, μεγάλωσε στο Μίντλαντ, αργότερα μετακόμισε στο Ντάλας, φοίτησε στο Κολέγιο του Σαν Μάρκο και πήρε υποτροφία για το Χάρβαρντ, όπου σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία.

Στο Χάρβαρντ υπήρξε συμμαθητής και συγκάτοικος του Αλ Γκορ, τον οποίο στήριξε στην προεδρική του προσπάθεια το 2000. Παράλληλα, διακρίθηκε στο αμερικάνικο ποδόσφαιρο, παίζοντας στην αήττητη ομάδα του 1968, έναν χρόνο πριν αποφοιτήσει με άριστα.

Το 1969 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη για να ακολουθήσει την υποκριτική, κάνοντας σύντομα το ντεμπούτο του στο Μπρόντγουεϊ με το έργο «Ένας πατριώτης για μένα». Το 1970 πήρε τον πρώτο του κινηματογραφικό ρόλο στο «Love Story», όπου υποδύθηκε, συμπτωματικά, έναν φοιτητή του Χάρβαρντ.

Δύο χρόνια αργότερα επέστρεψε στο Μπρόντγουεϊ και παράλληλα άρχισε να εμφανίζεται σε τηλεοπτικές σειρές. Ακολούθησαν τέσσερις ταινίες, με πιο ξεχωριστό το θρίλερ «Τα Μάτια της Λόρα Μαρς» το 1978, δίπλα στη Φέι Ντάναγουεϊ, ενώ το 1980 ήρθε η πρώτη υποψηφιότητα Χρυσής Σφαίρας για τον ρόλο του συζύγου της Λορέτα Λιν στο «Η Κόρη του Ανθρακωρύχου» και το 1981 συμμετείχε στην κομεντί «Ένα Ελεύθερο Ζευγάρι» με τη Σάλι Φιλντ.

Η πραγματική αναγνώριση ήρθε τη δεκαετία του ’90, αρχικά με το φιλμ του Στόουν «JFK, η Ιστορία που Χαράχτηκε στη Μνήμη μας» και στη συνέχεια με τον «Φυγά», όπου δίπλα στον Χάρισον Φορντ ενσάρκωσε έναν τραχύ και αδυσώπητο αστυνομικό. Εκεί κέρδισε τις εντυπώσεις, μαζί και το Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου, ενώ απέσπασε και υποψηφιότητα για BAFTA.

Το 1998 επανέλαβε τον ρόλο του σκληρού αστυνομικού στο σίκουελ του «Φυγά», αυτή τη φορά ως αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής με συμπρωταγωνιστή τον Γουέσλεϊ Σνάιπς. Οι προτάσεις άρχισαν να έρχονται με ρυθμό βροχής, και το 1997 σημείωσε ακόμη μία τεράστια εμπορική επιτυχία με τους «Άνδρες με τα Μαύρα» του Μπάρι Σόνενφελντ, δίπλα στον Γουίλ Σμιθ.

Την ίδια περίοδο συμμετείχε και στο «Space Cowboys» του Κλιντ Ίστγουντ, μαζί με Σάδερλαντ, Γκάρνερ και Κλιντ, ενώ το 2003 ξεχώρισε ξανά στο θρίλερ «Ο Κυνηγημένος» του Γουίλιαμ Φρίντκιν, έχοντας ως συμπρωταγωνιστή τον Μπενίσιο ντελ Τόρο.

Έχοντας ήδη σκηνοθετήσει δύο τηλεταινίες, το 2005 έκανε το βήμα στη σκηνοθεσία με το δραματικό νεο-γουέστερν «Τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα», κρατώντας και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ταινία του χάρισε το βραβείο ερμηνείας στις Κάννες και ακολούθησε μια ιστορία με κοινωνικά και πολιτικά μηνύματα, στη γραμμή ΗΠΑ-Μεξικού, όπου η πίστη, η φιλία και η ηθική συνυπάρχουν με διακριτικό μοντερνισμό.

Το 2007 συνέχισε με πυκνούς ρυθμούς, γυρίζοντας πολλές ταινίες, άλλες εμπορικές και άλλες λιγότερο ουσιαστικές, αλλά βρέθηκε και στο εξαιρετικό θρίλερ των Ίθαν και Τζόελ Κοέν «Καμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους», ως αναχρονιστικός σερίφης που καταδιώκει έναν σίριαλ κίλερ, τον Μπαρδέμ. Την ίδια χρονιά εμφανίστηκε και στην «Κοιλάδα του Ηλά» του Πολ Χάγκις, ως βετεράνος του Βιετνάμ που ερευνά τη δολοφονία του στρατιώτη γιου του.

Το 2014 επέστρεψε στη σκηνοθεσία με το «Μέχρι το Τέλος», υποδυόμενος έναν ηλικιωμένο τυχοδιώκτη και λιποτάκτη του ιππικού που περνά μέσα από μια επικίνδυνη άγρια περιοχή, συνοδεύοντας μια γεροντοκόρη την οποία ερμήνευσε η Χίλαρι Σουάνκ. Με τη γυναικεία ματιά πάνω στην Άγρια Δύση, ο Τόμι Λι Τζόουνς υπέγραψε ένα ρεαλιστικό και αντισυμβατικό γουέστερν, με έμφαση στους χαρακτήρες και στις κωμικοτραγικές αντιφάσεις τους.

Ο Τόμι Λι Τζόουνς, που παντρεύτηκε τρεις φορές και εκτός από τη Βικτόρια έχει ακόμη έναν γιο, τον Όστιν, παραμένει ενεργός και επιλεκτικός. Μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στο μεγάλο ράντσο βοοειδών στο Τέξας, το σπίτι του στο Σαν Αντόνιο και το γήπεδο των Σαν Αντόνιο Σπερς, ενώ έχει πια αποδεχθεί τον τραγικό ρόλο ενός πατέρα που κουβαλά μια ανείπωτη απώλεια.

Χ. Αναγνωστάκης

ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ EPA/NINA PROMMER

Loading

Play