Η ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069 για την προστασία από τις καταχρηστικές αγωγές, γνωστές ως SLAPP (Strategic Lawsuits Against Public Participation), αποτελεί κρίσιμο βήμα για τη διασφάλιση της ελευθερίας του Τύπου και του δικαιώματος στην ενημέρωση.
Η Οδηγία υιοθετήθηκε επίσημα από την Ευρωπαϊκή Ένωση την άνοιξη του 2024, με σκοπό να περιορίσει τις τακτικές νομικής παρενόχλησης, όπου ισχυρές προσωπικότητες, εταιρείες ή πολιτικοί χρησιμοποιούν αβάσιμες ή υπερβολικές αγωγές για να εξαντλήσουν οικονομικά και ψυχολογικά δημοσιογράφους, ακτιβιστές και ερευνητές.
Η χώρα μας καταγράφει σοβαρές αδυναμίες στον τομέα αυτό.
Το σχέδιο νόμου που κατατέθηκε στη Βουλή και θα συζητηθεί στις αρμόδιες επιτροπές, στοχεύει να ενσωματώσει στην ελληνική νομοθεσία την ευρωπαϊκή οδηγία, αν και με καθυστέρηση.
Οι στρατηγικές αγωγές κατά της συμμετοχής του κοινού αφορούν κάθε πολίτη που συμμετέχει στον δημόσιο διάλογο, και η ΕΣΗΕΑ και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι οφείλουν να παρέμβουν κατά τη δημόσια διαβούλευση.
Ο Ζαχαρίας Κεσσές, γνωστός δικηγόρος και συνήγορος θυμάτων παρακολουθήσεων, σημειώνει ότι η πρωτοβουλία για την ενσωμάτωσης της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069 κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, επισημαίνει ότι το προτεινόμενο σχέδιο νόμου περιέχει σημαντικές ατέλειες που πρέπει να διορθωθούν πριν από την ψήφισή του, προκειμένου το νέο πλαίσιο να ανταποκρίνεται στον σκοπό της Οδηγίας.
Ενδεικτικά, αναφέρει ότι το άρθρο 3 εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής τις υποθέσεις ευθύνης των οργάνων του δημοσίου, κάτι που μπορεί να επιτρέψει την παράκαμψη της νέας νομοθεσίας και να οδηγήσει στον αποκλεισμό πολλών αγωγών από τις προστατευτικές εγγυήσεις της Οδηγίας.
Επιπλέον, δεν παρέχεται ορισμός της προδήλως αβάσιμης αγωγής, παρά το γεγονός ότι ο όρος είναι κρίσιμος για την ενεργοποίηση του μηχανισμού πρώιμης απόρριψης. Η αοριστία αυτή δημιουργεί νομική ανασφάλεια και αφήνει περιθώριο ερμηνείας, ιδίως όταν το δικαστήριο καλείται να κρίνει σε πρώιμο στάδιο χωρίς πλήρη αποδεικτική διαδικασία.
Η ειδική διαδικασία αντιμετωπίζει δικονομικά κενά, καθώς η μη παράσταση των διαδίκων δεν επιφέρει τις συνήθεις δικονομικές συνέπειες, αλλά εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο. Αυτή η επιλογή μπορεί να οδηγήσει σε καταχρηστική αξιοποίηση της διαδικασίας προστασίας, δίνοντας τη δυνατότητα στον αιτούντα να καταθέτει αιτήσεις χωρίς ουσιαστικό νομικό κίνδυνο.
Η αντιστροφή του βάρους απόδειξης προβλέπεται μόνο στο πλαίσιο της πρώιμης διαδικασίας και όχι κατά την κύρια εκδίκαση της αγωγής, κάτι που δεν δικαιολογείται. Λόγω της φύσης των διαφορών και της ανισορροπίας μεταξύ των διαδίκων, θα ήταν ορθότερο ο ενάγων να φέρει το βάρος απόδειξης της αγωγής του.
Επιπλέον, υπάρχουν κρίσιμα δικονομικά ζητήματα σχετικά με την τύχη της κύριας αγωγής μετά την έκδοση οριστικής απόφασης που την απορρίπτει, καθώς και οι συνέπειες της άσκησης έφεσης. Οι ελλείψεις αυτές ενδέχεται να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα στην εφαρμογή του νέου θεσμού.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι το νομοσχέδιο δεν ρυθμίζει την τύχη των ήδη εκκρεμών αγωγών, οι οποίες ανέρχονται σε χιλιάδες και πολλές από αυτές έχουν όλα τα χαρακτηριστικά στρατηγικών αγωγών. Η έλλειψη μεταβατικής διάταξης δημιουργεί κενό προστασίας, και είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί εάν και υπό ποιες προϋποθέσεις οι νέες διατάξεις θα ισχύουν και για τις εκκρεμείς υποθέσεις.
Τέλος, δεν προβλέπεται ειδική προθεσμία για την έφεση κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στο πλαίσιο της πρώιμης διαδικασίας απόρριψης, με αποτέλεσμα να ενδέχεται να προκύψουν καθυστερήσεις στα μεγάλα δικαστήρια, αποδυναμώνοντας τον σκοπό της ταχείας προστασίας που επιδιώκει η Οδηγία.
Επιπλέον, το προτεινόμενο δικονομικό σχήμα κινδυνεύει να μετατρέψει την πρώιμη απόρριψη σε μια μικρή κύρια δίκη, υπονομεύοντας την ταχεία και αποτελεσματική προστασία που επιδιώκει η Οδηγία.
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
