Το κόστος ζωής «καίει» την κυβέρνηση Μητσοτάκη

Το κόστος ζωής «καίει» την κυβέρνηση Μητσοτάκη

Η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει ασφυκτικά τα εισοδήματα, δημιουργώντας ένα γενικευμένο κλίμα κοινωνικής κόπωσης που αρχίζει να μετατρέπεται σε πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνηση.

Μπορεί η κυβέρνηση να επιμένει ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε τροχιά σταθερότητας και ανάπτυξης, μπορεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης να προβάλλει ως «πολιτική παρακαταθήκη» τη μείωση του δημόσιου χρέους και τη δημοσιονομική πειθαρχία, ωστόσο η πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά τα νοικοκυριά είναι πολύ διαφορετική. Και αυτή η πραγματικότητα συνοψίζεται στο κόστος ζωής που «καίει» την κυβέρνηση.

Η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει ασφυκτικά τα εισοδήματα, δημιουργώντας ένα γενικευμένο κλίμα κοινωνικής κόπωσης που αρχίζει να μετατρέπεται σε πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνηση. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο Πρωθυπουργός αναγνωρίζει πλέον ανοιχτά πως το μεγαλύτερο ζήτημα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι το προσιτό κόστος ζωής. Ούτε είναι τυχαίο ότι η κυβέρνηση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων παρεμβάσεων, κρατώντας, όπως χαρακτηριστικά λέγεται, εφεδρείες για να αντιμετωπίσει το κύμα του πληθωρισμού.

Καμία βελτίωση στην καθημερινότητα

Το πρόβλημα για το Μέγαρο Μαξίμου είναι πως, παρά τα στοχευμένα μέτρα που έχουν ληφθεί, η κοινωνία δυσκολεύεται να δει ουσιαστική βελτίωση στην καθημερινότητά της. Η επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης, οι ενισχύσεις προς συνταξιούχους και οικογένειες με παιδιά ή οι επιμέρους παρεμβάσεις μπορεί να λειτουργούν προσωρινά ανακουφιστικά, όμως δεν αλλάζουν τη συνολική εικόνα. Οι τιμές στα βασικά αγαθά παραμένουν υψηλές, η στέγη εξελίσσεται σε δυσβάσταχτο βάρος για χιλιάδες πολίτες και οι μισθοί εξακολουθούν να μην ακολουθούν τον ρυθμό της ακρίβειας. Αυξάνονται μεν, αλλά οι ανατιμήσεις τους έχουν ήδη απορροφήσει.

Αυτό ακριβώς είναι και το πολιτικό παράδοξο της σημερινής συγκυρίας. Η κυβέρνηση παρουσιάζει ισχυρούς μακροοικονομικούς δείκτες, μιλά για ανάπτυξη, επενδυτική βαθμίδα και ταχύτερη μείωση χρέους στην ιστορία του ΟΟΣΑ, όμως ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αισθάνεται οικονομικά πιο πιεσμένο από ποτέ. Ως εκ τούτου, για τον μέσο πολίτη, η συζήτηση περί δημοσιονομικών επιτυχιών συχνά ακούγεται αποκομμένη από τη δική του καθημερινότητα, όταν το σούπερ μάρκετ, οι λογαριασμοί και το ενοίκιο απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του.

Η άσκηση ισορροπίας του Κυριάκου Μητσοτάκη

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο διαφορετικές πολιτικές ανάγκες. Από τη μία, να διατηρήσει την εικόνα της δημοσιονομικά αξιόπιστης χώρας που τηρεί τους ευρωπαϊκούς κανόνες και δεν επιστρέφει στις λογικές των ελλειμμάτων. Από την άλλη, να απαντήσει στην κοινωνική πίεση που προκαλεί η παρατεταμένη ακρίβεια. Πρόκειται όμως για μια εξαιρετικά δύσκολη ισορροπία. Όσο η κυβέρνηση επιμένει ότι τα μέτρα πρέπει να είναι «στοχευμένα και προσωρινά», τόσο μεγαλώνει η αίσθηση στην κοινωνία ότι οι παρεμβάσεις δεν επαρκούν για να αντιμετωπιστεί ένα πρόβλημα που αποκτά πλέον μόνιμα χαρακτηριστικά.

Δεν τον νοιάζουν τον Έλληνα οι οικονομικοί δείκτες

Και μπορεί το Μέγαρο Μαξίμου να επενδύει πολιτικά στη δημοσιονομική σταθερότητα, θεωρώντας ότι αυτή αποτελεί τη σημαντικότερη κληρονομιά της κυβέρνησης, όμως οι πολίτες αξιολογούν τις κυβερνήσεις κυρίως με όρους καθημερινότητας. Εκεί, δηλαδή, που «πονάει» ο μέσος Έλληνας. Σε τελική ανάλυση η εύλογη ανησυχία για το αν «βγαίνει ο μήνας» έχει μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα από τους δείκτες ανάπτυξης ή τις διεθνείς αξιολογήσεις. Αυτό εξηγεί γιατί το κόστος ζωής εξελίσσεται στον μεγαλύτερο πονοκέφαλο της κυβέρνησης και ενδεχομένως στον πιο κρίσιμο παράγοντα πολιτικών εξελίξεων το επόμενο διάστημα.

Loading

Play