Μπορούν τα εκλογικά κεσάτια της CDU να επηρεάσουν το ΕΣΠΑ 2028-2034;

Μπορούν τα εκλογικά κεσάτια της CDU να επηρεάσουν το ΕΣΠΑ 2028-2034;

Τα εκλογικά κεσάτια της CDU δημιουργούν ανησυχία για το ΕΣΠΑ 2028-2034, καθώς η συζήτηση για τον επόμενο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό συνδέεται άμεσα με τις γερμανικές ισορροπίες και τη στάση του Βερολίνου. Το ζήτημα αφορά και την ΚΑΠ, με φόντο τις διαπραγματεύσεις που καθορίζουν τις χρηματοδοτήσεις των επόμενων ετών.

Εδώ και αρκετά χρόνια το ΕΣΠΑ έχει ταυτιστεί με την ευρωπαϊκή οικονομική ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας. Δεν είναι τυχαίο, αφού οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στη στήριξη έργων, δράσεων και υποδομών. Αντίστοιχα, από την αρχή της ελληνικής ένταξης στην ΕΕ, οι επιδοτήσεις της ΚΑΠ παραμένουν αναντικατάστατη παράμετρος της αγροτικής παραγωγής στη χώρα μας.

Τόσο το ΕΣΠΑ όσο και η ΚΑΠ συνδέονται με τους διαδοχικούς επταετείς προϋπολογισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή, με την επίσημη ονομασία τους στη γλώσσα των Βρυξελλών, με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο.

Όπως συμβαίνει με κάθε διαπραγμάτευση στις Βρυξέλλες, ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός προκύπτει ύστερα από σκληρές διαβουλεύσεις ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Καθοριστική παράμετρος είναι ότι οι χώρες χωρίζονται σε εκείνες που πληρώνουν κυρίως και σε εκείνες που εισπράττουν κυρίως.

Ο λόγος είναι ότι όλες οι χώρες συμβάλλουν ανάλογα με τα οικονομικά τους μεγέθη, όμως λαμβάνουν χρήματα με βάση τις ανάγκες τους και το πόσο αποκλίνουν από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Έτσι, οι μεγάλες οικονομίες της ΕΕ καταβάλλουν περισσότερα από όσα παίρνουν, σε αντίθεση με τις χώρες που λαμβάνουν περισσότερα από όσα συνεισφέρουν. Η Ελλάδα ανήκει σε αυτή την κατηγορία και δύσκολα μπορεί κανείς να σκεφτεί την ελληνική οικονομία και παραγωγή χωρίς το ΕΣΠΑ και την ΚΑΠ.

Βεβαίως, για να είμαστε δίκαιοι, το αντιστάθμισμα για τις χώρες που δίνουν περισσότερα από όσα παίρνουν είναι ότι επωφελούνται περισσότερο και από τη λειτουργία της ίδιας της ΕΕ. Η Γερμανία, που είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη τελική συνεισφορά – ενδεικτικά το 2023 συνείσφερε 33,8 δισεκατομμύρια ευρώ αλλά έλαβε μόνο 14 δισεκατομμύρια – είναι και η χώρα με τα μεγαλύτερα διαχρονικά οφέλη από την ύπαρξη της ενιαίας αγοράς.

Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί το ότι μέσα στις χώρες με καθαρή τελική συνεισφορά υπάρχουν φωνές που επιμένουν πως δεν πρέπει τα χρήματα του δικού τους φορολογουμένου να καταλήγουν στον ευρωπαϊκό Νότο ή στην Πολωνία.

Μικρή σημασία έχει ότι ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα, ακόμη και τώρα που η αρχική πρόταση θεωρείται η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα, με 2 τρισεκατομμύρια ευρώ και ποσοστό 1,26% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος της ΕΕ κατά μέσο όρο. Ούτε αλλάζει το γεγονός ότι η μέγιστη καθαρή συνεισφορά της Γερμανίας έφτασε λίγο πάνω από 25 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό όχι ιδιαίτερα μεγάλο για μια χώρα με ΑΕΠ πάνω από 4,5 τρισεκατομμύρια ευρώ. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα διαμορφωθεί κλίμα στην εσωτερική πολιτική συζήτηση που θα οδηγεί στο «γιατί να πληρώνουμε εμείς για άλλους;».

Στα εμπόδια για τον προϋπολογισμό της ΕΕ προστίθενται και τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει η CDU μετά τα διαδοχικά αρνητικά εκλογικά αποτελέσματα σε ομοσπονδιακά κρατίδια. Η ανησυχία είναι ότι, σε μια προσπάθεια να περιορίσει τις εκλογικές απώλειες, η γερμανική κυβέρνηση θα υιοθετήσει σκληρότερη γραμμή, επιδιώκοντας χαμηλότερη γερμανική συνεισφορά. Στο ίδιο πεδίο βρίσκεται και το αν θα περάσουν οι προτάσεις του τρέχοντος πακέτου για αύξηση των ευρωπαϊκών ίδιων πόρων, δηλαδή της φορολογίας που θα κατευθύνεται απευθείας στα ταμεία της ΕΕ, κάτι που για τον πρόεδρο του Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα είναι η μόνη λύση ώστε να μη χρειαστούν αυξημένες εθνικές συνεισφορές.

Επισήμως, η γερμανική κυβέρνηση δηλώνει ότι δεν υπάρχει κανένα ζήτημα αλλαγής στάσης και ότι οι θέσεις της παραμένουν σταθερές. Ωστόσο, έχει ενδιαφέρον ότι ο ίδιος υπουργός που είπε πως η γερμανική κυβέρνηση είναι και παραμένει σταθερή και ότι δεν τίθεται θέμα εμποδίων στη διαπραγμάτευση για τον προϋπολογισμό, ο υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Γκύντερ Κρίχμπαουμ, δήλωσε επίσης ότι κανείς πρέπει να αναρωτηθεί μήπως ο Κόστα έχει χάσει την επαφή με την πραγματικότητα, προσθέτοντας πως χρειάζεται μεγαλύτερος ρεαλισμός ως προς τις δαπάνες.

Η γερμανική κυβέρνηση έχει ζητήσει γενικά περικοπές στον προϋπολογισμό, έχει απορρίψει την αύξηση των εθνικών συνεισφορών και έχει καταδικάσει την επιπλέον φορολογία σε βάρος των επιχειρήσεων. Αυτό κάνει τη διαπραγμάτευση πολύ δύσκολη, ιδιαίτερα αν στόχος είναι να μη βρεθεί η Ένωση με μικρότερο προϋπολογισμό και, άρα, με λιγότερα ευρωπαϊκά κονδύλια για χώρες που βασίζονται παραδοσιακά στην ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, όπως η Ελλάδα.

Τυπικά, η διαπραγμάτευση θα μπορούσε να συνεχιστεί και το 2027, όμως τότε είναι εκλογική χρονιά, με κάλπες σε Γαλλία, Πολωνία, Ιταλία και Ισπανία, κάτι που συνήθως δεν διευκολύνει τις συνομιλίες. Γι’ αυτό και ο Κόστα έχει ξεκαθαρίσει ότι θα ήθελε να υπάρχει καταρχήν συμφωνία μέχρι το τέλος της χρονιάς.

Όμως, με τον καγκελάριο Μερτς να δέχεται το ένα εκλογικό χαστούκι μετά το άλλο στις τοπικές γερμανικές εκλογές, φαντάζει πολύ δύσκολο η Γερμανία να συναινέσει το αμέσως επόμενο διάστημα σε έναν συμβιβασμό που θα έφερνε τη σημερινή κυβέρνηση εκτεθειμένη σε επικρίσεις ότι, για άλλη μια φορά, συμφώνησε ώστε τα λεφτά του Γερμανού φορολογούμενου να γίνουν ενίσχυση για τους αγρότες και τους εργαζόμενους άλλων κρατών-μελών, δηλαδή ΕΣΠΑ και ΚΑΠ για χώρες όπως η Ελλάδα. Ενδεικτικό είναι και το ότι η AfD υποστηρίζει τον δραστικό περιορισμό του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού.

Loading

Play