Δεκαπενταύγουστος στο σινεμά: Οι δύο ελληνικές ταινίες που συνδέουν πίστη, θαύμα και υπέρβαση

Δεκαπενταύγουστος στο σινεμά: Οι δύο ελληνικές ταινίες που συνδέουν πίστη, θαύμα και υπέρβαση

Ο Δεκαπενταύγουστος περνά στη μεγάλη οθόνη μέσα από δύο ελληνικές ταινίες που έχουν κοινό άξονα το θαύμα, την πίστη, την υπέρβαση και τη συγχώρεση. Το «Τελευταίο Ψέμα» του Μιχάλη Κακογιάννη και ο «Δεκαπενταύγουστος» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη προσεγγίζουν το θέμα από διαφορετική οπτική, με φόντο την Τήνο και τη Σουμελά.

«Δύο είναι οι πιο χαρακτηριστικές ταινίες για τον Δεκαπενταύγουστο στον ελληνικό κινηματογράφο, που πραγματεύονται το θαύμα και την Παναγία» αναφέρει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ η ιστορικός κινηματογράφου και διδάσκουσα στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, Λίνα Μυλωνάκη. Όπως σημειώνει, «το θέμα αυτό “αγγίζει” πολύ τους ανθρώπους, είτε είναι θρησκευόμενοι είτε όχι, καθώς η Παναγία είναι μια μορφή πολύ οικεία στον καθένα. Παράλληλα όμως, η ίδια ως η πιο ιερή μορφή της Ορθοδοξίας, όπως και ο Δεκαπενταύγουστος, το “Πάσχα του καλοκαιριού”, συνιστούν μια ευαίσθητη και απαιτητική θεματολογία για τη μυθοπλασία, με την οποία λίγοι Έλληνες σκηνοθέτες έχουν ασχοληθεί. Ίσως γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο ότι ο Κακογιάννης και ο Γιάνναρης, γαλουχημένοι κινηματογραφικά στη Βρετανία, προσέγγισαν το ελληνικό σινεμά με τη φρεσκάδα, την τόλμη και την απόσταση ενός Έλληνα του εξωτερικού, που αναζητά να εξερευνήσει την πολυσυλλεκτική του ταυτότητα».

Στο «Τελευταίο Ψέμα» (1959) του Μιχάλη Κακογιάννη, με την Έλλη Λαμπέτη στον πρωταγωνιστικό ρόλο, η Χλόη είναι η κόρη μιας ξεπεσμένης μεγαλοαστικής οικογένειας, με υπεροπτική και αλαζονική στάση. Η ηρωίδα πιέζεται από τους γονείς της να παντρευτεί έναν πλούσιο μεσήλικα, ακολουθώντας τις συμβάσεις και τα ψεύδη μιας καθώς πρέπει κοινωνίας που βρίσκεται σε παρακμή. Όταν η υπηρέτρια του σπιτιού ζητήσει βοήθεια για το μικρό παιδί της που έχει χτυπήσει και χάσει τη φωνή του, η μητέρα της Χλόης αντιδρά με απίστευτη σκληρότητα, προκαλώντας τον θάνατο της υπηρέτριας από ανακοπή. Το γεγονός αυτό οδηγεί τη Χλόη σε πλήρη μεταστροφή: εγκαταλείπει τα ψεύδη, ακυρώνει τον πλούσιο γάμο και αναζητά την εξιλέωση και το θαύμα. Παίρνει μαζί της το μικρό παιδί, που υποδύεται ο Βασίλης Καΐλας στον πρώτο του κινηματογραφικό ρόλο, και φτάνει στην Παναγιά της Τήνου, όπου συμβαίνει το υπερφυσικό γεγονός και το παιδί ξαναβρίσκει τη μιλιά του.

«Σε αυτή τη συγκλονιστική σκηνή, που θεωρείται κλασική στη φιλμογραφία του σκηνοθέτη, ο Μιχάλης Κακογιάννης παρουσιάζει μια πραγματική λιτανεία της εικόνας της Μεγαλόχαρης της Τήνου», λέει η κ. Μυλωνάκη, περιγράφοντας τη Λαμπέτη ανάμεσα σε χιλιάδες προσκυνητές. Η ίδια ζητά συγχώρεση και, όταν συμβαίνει το θαύμα, αναλαμβάνει το παιδί υπό την προστασία της, γίνεται μάνα για εκείνο και αυτό είναι το δραματικό φινάλε της ταινίας. Η κ. Μυλωνάκη κάνει λόγο για μια χαρακτηριστική σκηνή που λειτουργεί ταυτόχρονα ως σημαντικό ντοκουμέντο από πραγματική λιτανεία της Παναγίας στην Τήνο στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Παράλληλα, η σκηνή του Δεκαπενταύγουστου στο «Τελευταίο Ψέμα» μεταφέρει τον θεατή στην κατανυκτική ατμόσφαιρα της λιτανείας και παραμένει μία από τις πιο αριστουργηματικές ερμηνείες της Λαμπέτη, η οποία της χάρισε υποψηφιότητα για τα βρετανικά βραβεία BAFTA. Ο Κακογιάννης κέρδισε εγκωμιαστικές κριτικές για το «Τελευταίο Ψέμα» και η ταινία προβλήθηκε στο διαγωνιστικό τμήμα του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών και σε άλλα φεστιβάλ στο εξωτερικό.

Στον «Δεκαπενταύγουστο» (2001) του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, η ιστορία ξεκινά από έναν ήσυχο Αύγουστο στην άδεια Αθήνα, ένα μοτίβο που έχει εμπνεύσει και άλλους σκηνοθέτες. Η πόλη αδειάζει και πίσω μένει ένα ετερόκλητο πλήθος. Ο σκηνοθέτης ξεδιπλώνει τρεις παράλληλες ιστορίες, με πιο χαρακτηριστική εκείνη των πρωταγωνιστών Ελένης Καστάνη και Ακύλα Καραζήση. Το κοριτσάκι τους πάσχει από καρκίνο και έτσι φεύγουν από την Αθήνα με προορισμό την Παναγία Σουμελά. Και εδώ, ανήμερα της Κοίμησης της Θεοτόκου, η απόγνωση συναντά το μεταφυσικό στοιχείο και συντελείται το θαύμα.

«Πρόκειται για δύο ξεχωριστές προσεγγίσεις που εκφράζουν δύο διαφορετικές περιόδους του ελληνικού κινηματογράφου», σχολιάζει η κ. Μυλωνάκη. Στην αυγή της μεταπολεμικής ακμής του, ο Κακογιάννης επιλέγει να αναδείξει εικόνες με ελληνικό χρώμα, ανάμεσά τους και αυτήν του Δεκαπενταύγουστου στην Τήνο, προβάλλοντας την ιδιαιτερότητα της πολιτιστικής ταυτότητας σε μια εποχή που το ελληνικό σινεμά διαμορφώνει τη φυσιογνωμία του. Ο Γιάνναρης, τέσσερις δεκαετίες αργότερα, εξερευνά τους συμβολισμούς του Δεκαπενταύγουστου με γήινη και διεισδυτική ματιά, σε μια ρυθμική ταινία δρόμου που στρέφει τον φακό σε καθημερινούς ανθρώπους και αναζητά το θαύμα που μπορεί να αλλάξει τις ζωές τους.

Ανάμεσα στα πλάνα και τα καρέ της κινηματογραφικής έκφρασης του ελληνικού Δεκαπενταύγουστου κυριαρχεί ο συμβολισμός της Παναγίας ως οικουμενικής μητέρας, στην οποία όλοι εναποθέτουν τις ελπίδες τους. Το τάμα, η μεσιτεία της και η προσευχή στον Θεό συνυπάρχουν σαν γέφυρα ανάμεσα στον ουρανό και τη γη για τη σωτηρία των ανθρώπων. Το «Τελευταίο Ψέμα» και ο «Δεκαπενταύγουστος», με τις δεκαετίες που τους χωρίζουν, μεταφέρουν ακόμη και σήμερα στον θεατή την ελπίδα, την προσμονή για συγχώρεση και γιατρειά, αλλά και το θαύμα.

Loading

Play