Πάνω από 1 δισ. ευρώ χάνει κάθε χρόνο η χώρα, επειδή δεν προσελκύει όσες κλινικές μελέτες θα μπορούσαν να γίνουν στην Ελλάδα, αν υπήρχε το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο.
Το επενδυτικό clawback που έχει θεσπιστεί ως κίνητρο δεν φαίνεται να επαρκεί, καθώς συμψηφίζει επενδύσεις των φαρμακευτικών με την υποχρεωτική επιστροφή clawback για υπερβάσεις του προϋπολογισμού φαρμάκων και δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στην προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων, παρά στην προσέλκυση κλινικών μελετών.
Την επισήμανση αυτή κάνει ο Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ) με αφορμή την πρόσφατη απόφαση για το επενδυτικό clawback, που προβλέπει συνέχιση της χρηματοδότησης από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων με εθνικούς πόρους, μετά τη λήξη του προγράμματος του Ταμείου Ανάκαμψης.
Οι εκπρόσωποι του ΣΦΕΕ, σε επιστολή τους προς την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας, διερωτώνται γιατί δεν ενισχύονται παράλληλα τα κίνητρα για περισσότερες κλινικές μελέτες, καθώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την είσοδο καινοτόμων φαρμάκων στη χώρα.
Με κονδύλι 53 δισ. ευρώ κατ’ έτος στην Ευρώπη για Έρευνα και Ανάπτυξη φαρμάκων, η Ελλάδα προσελκύει περίπου 100 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ αναλογικά με τον πληθυσμό της θα έπρεπε να προσελκύει 1,2 δισ. ευρώ.
To επενδυτικό clawback αποδεικνύεται αποτελεσματικό μόνο στις παραγωγικές εγκαταστάσεις
Οι εκπρόσωποι του ΣΦΕΕ επισημαίνουν επίσης ότι, με την υπερφορολόγηση και τις υποχρεωτικές επιστροφές που επιβάλλονται, σε συνδυασμό με τις ήδη χαμηλές αρχικές τιμές των φαρμάκων, οι ασθενείς έχουν πρόσβαση μόνο στο 20% των νέων φαρμάκων.
Ο Σύνδεσμος σημειώνει ότι το μέτρο του επενδυτικού clawback έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικό στην προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων, όπως η κατασκευή και η αναβάθμιση παραγωγικών εγκαταστάσεων, όχι όμως ως επενδυτικό εργαλείο στις κλινικές μελέτες.
Ελεύθερη πτώση
Το αποτέλεσμα είναι το εξής:
- το 2021 απορροφήθηκαν 50 εκατ. ευρώ για κλινικές μελέτες από το σύνολο των 100 εκατ. ευρώ,
- το 2023 το ποσό μειώθηκε στα 5,5 εκατ. ευρώ από το σύνολο των 125 εκατ. ευρώ και
- το 2025 στα 2,5 εκατ. ευρώ από το σύνολο των 100 εκατ. ευρώ.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη διαρκώς μειούμενη αποτελεσματικότητα του μέτρου ως κινήτρου για την προσέλκυση κλινικών μελετών.
Ο Σύνδεσμος αναφέρει ότι έχει εκπονήσει μελέτες για την περαιτέρω προσέλκυση κλινικών μελετών και έχει καταθέσει επανειλημμένα προτάσεις με επιστολές ή σε συναντήσεις στα Υπουργεία Υγείας, Ανάπτυξης και Εθνικής Οικονομίας, καθώς και στο Μέγαρο Μαξίμου, χωρίς μέχρι σήμερα να υπάρξει καμία θετική εξέλιξη.
Απώλειες
Οι εκπρόσωποι της φαρμακοβιομηχανίας τονίζουν ότι, με τα δεδομένα αυτά, η Πολιτεία αγνοεί πως:
- ο ασθενής που συμμετέχει σήμερα σε μια κλινική μελέτη αποκτά πρόσβαση σε καινοτόμο φάρμακο που θα κυκλοφορήσει ευρέως 5-10 χρόνια αργότερα, ενώ παρακολουθείται συστηματικά από εξειδικευμένη ομάδα επαγγελματιών υγείας.
- Οι νέες θεραπείες, πολλές από τις οποίες είναι πολύ ακριβές, παρέχονται από τις εταιρείες δωρεάν στους συμμετέχοντες για την υπό μελέτη θεραπεία και συμβάλλουν στην εξοικονόμηση πόρων για το Εθνικό Σύστημα Υγείας.
- Οι κλινικές μελέτες αποτελούν άμεση εισροή επενδυτικών πόρων από το εξωτερικό προς το δημόσιο σύστημα υγείας, οι οποίοι κατευθύνονται στα νοσοκομεία, στους άρτια καταρτισμένους ερευνητές-ιατρούς και στο προσωπικό που συμμετέχει στη διεξαγωγή τους.
- Οι κλινικές μελέτες είναι ένας τρόπος επένδυσης στο σύστημα υγείας και στην εθνική οικονομία, τον οποίο μπορούν να υλοποιήσουν πολλές διεθνείς εταιρείες σε συνεχή βάση, σε αντίθεση με επενδύσεις σε παραγωγικές εγκαταστάσεις που δεν γίνονται συχνά και συνεκτιμούν πολλαπλά δεδομένα και κριτήρια, πολλά από τα οποία δεν πληροί η χώρα μας.
- Με κονδύλι 53 δισ. ευρώ κατ’ έτος στην Ευρώπη για Έρευνα και Ανάπτυξη σε φάρμακα, η Ελλάδα προσελκύει περίπου 100 εκατ. ευρώ ετησίως. Με πληθυσμιακό μερίδιο 2,3% στην Ευρώπη, το θεωρητικό ποσό που θα έπρεπε να προσελκύει η χώρα ανέρχεται σε 1,2 δισ. ευρώ ετησίως. Αντίστοιχα, το Βέλγιο προσελκύει 6 δισ. ευρώ ετησίως, η Γαλλία 5,4 δισ. ευρώ και η Ουγγαρία 305 εκατ. ευρώ κατ’ έτος.
Καταλήγοντας, οι εκπρόσωποι του ΣΦΕΕ επισημαίνουν ότι απαιτείται μια μακροπρόθεσμη στρατηγική που θα ενισχύει ουσιαστικά την ανταγωνιστικότητα της χώρας στην προσέλκυση φαρμακευτικής καινοτομίας, προς όφελος των ασθενών και της επιστημονικής κοινότητας.
![]()
